DBRS, Άλμα 36% στα μερίσματα των ελληνικών τραπεζών – Σε υψηλά επίπεδα οι διανομές στην Ευρώπη

Ανακαίνιση Κατοικίας – Επιδότηση έως 36.000 ευρώ – Ποιοι είναι οι δικαιούχοι και ποιες εργασίες καλύπτονται
21 Οκτωβρίου 2026
Ανακαίνιση Κατοικίας – Επιδότηση έως 36.000 ευρώ – Ποιοι είναι οι δικαιούχοι και ποιες εργασίες καλύπτονται
21 Οκτωβρίου 2026
Δείτε τα όλα

DBRS, Άλμα 36% στα μερίσματα των ελληνικών τραπεζών – Σε υψηλά επίπεδα οι διανομές στην Ευρώπη

21/10/2026

Αυξημένες ήταν οι διανομές μερισμάτων από τις ελληνικές τράπεζες για τη χρήση του 2025, καταγράφοντας άνοδο 36% σε ετήσια βάση, σύμφωνα με ανάλυση της DBRS Morningstar για την κεφαλαιακή θέση και τις επιδόσεις των ευρωπαϊκών τραπεζών κατά το πρώτο εξάμηνο του 2026.

Η εξέλιξη αυτή κατατάσσει την Ελλάδα μεταξύ των αγορών με τη μεγαλύτερη αύξηση μερισματικών διανομών στην Ευρώπη, καθώς οι τράπεζες συνεχίζουν να ενισχύουν τις αποδόσεις προς τους μετόχους, αξιοποιώντας την κερδοφορία των τελευταίων ετών.

Την ίδια στιγμή, η κεφαλαιακή επάρκεια του ευρωπαϊκού τραπεζικού συστήματος παραμένει ισχυρή, παρά τις αυξημένες διανομές, την πιστωτική επέκταση και τις εξαγορές που πραγματοποιούνται στον κλάδο.

Στο 37% ο δείκτης διανομής κερδών των ελληνικών τραπεζών

Σύμφωνα με την DBRS, ο μέσος δείκτης διανομής κερδών προς τους μετόχους των ελληνικών τραπεζών διαμορφώθηκε περίπου στο 37% το 2025, έναντι 20% το 2023.

Η εξέλιξη αυτή αποτυπώνει τη σταδιακή επιστροφή σε υψηλότερα επίπεδα μερισματικών αποδόσεων, μετά την περίοδο κατά την οποία οι τράπεζες έδιναν προτεραιότητα στην ενίσχυση των κεφαλαίων τους.

Η αύξηση των μερισμάτων στην Ελλάδα ήταν η δεύτερη μεγαλύτερη μεταξύ των αγορών που εξετάζει ο οίκος, με τη Γερμανία να προηγείται, καταγράφοντας άνοδο 42%.

Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, οι τράπεζες διένειμαν περίπου 81 δισ. ευρώ από τα κέρδη του 2025, ποσό αυξημένο κατά 8% σε σχέση με το προηγούμενο έτος και κατά 28% σε σύγκριση με το 2023. Στις συνολικές αποδόσεις προς τους μετόχους συνέβαλαν και οι επαναγορές μετοχών.

Η DBRS εκτιμά ότι οι διανομές θα παραμείνουν υψηλές τα επόμενα χρόνια, αν και ο ρυθμός αύξησής τους αναμένεται να επιβραδυνθεί, καθώς η κερδοφορία του κλάδου εξομαλύνεται και οι τράπεζες πλησιάζουν τους εσωτερικούς κεφαλαιακούς στόχους τους.

Η πιστωτική επέκταση ενισχύει τα στοιχεία ενεργητικού

Παράλληλα με την αύξηση των μερισμάτων, οι ελληνικές τράπεζες καταγράφουν σημαντική διεύρυνση των σταθμισμένων ως προς τον κίνδυνο στοιχείων ενεργητικού τους.

Ειδικότερα, τα στοιχεία αυτά αυξήθηκαν κατά 18% από το τέλος του 2022 έως το πρώτο εξάμηνο του 2026, σημειώνοντας τη μεγαλύτερη άνοδο μεταξύ των χωρών που περιλαμβάνονται στην ανάλυση της DBRS.

Η εξέλιξη συνδέεται με την ισχυρή πιστωτική επέκταση, αλλά και με τις εξαγορές που έχουν πραγματοποιήσει οι ελληνικές τράπεζες.

Ωστόσο, η αύξηση των σταθμισμένων στοιχείων ενεργητικού, σε συνδυασμό με τις υψηλότερες διανομές και τις εξαγορές, περιορίζει μέρος του κεφαλαιακού περιθωρίου ασφαλείας. Η DBRS επισημαίνει ότι τόσο στην Ελλάδα όσο και στην Ιταλία τα περιθώρια αυτά έχουν υποχωρήσει τους τελευταίους 12 έως 18 μήνες.

Πάνω από 15% ο μέσος δείκτης κεφαλαιακής επάρκειας στην Ευρώπη

Παρά τις αυξημένες διανομές προς τους μετόχους, η κεφαλαιακή θέση των ευρωπαϊκών τραπεζών εξακολουθεί να χαρακτηρίζεται ισχυρή.

Ο μέσος δείκτης κεφαλαίου κοινών μετοχών κατηγορίας 1 (CET1) για τις 40 τράπεζες που εξετάζει ο οίκος ξεπέρασε το 15% στα τέλη Ιουνίου 2026, παρουσιάζοντας μικρή υποχώρηση σε σχέση με το τέλος του 2025.

Η μεταβολή αποδίδεται κυρίως στις αυξημένες διανομές κερδών, στην άνοδο των σταθμισμένων στοιχείων ενεργητικού και στις εξαγορές και συγχωνεύσεις, χωρίς να υποδηλώνει απαραίτητα επιδείνωση της κερδοφορίας.

Σε αρκετές ευρωπαϊκές αγορές, οι δείκτες κεφαλαιακής επάρκειας παραμένουν κοντά σε ιστορικά υψηλά επίπεδα. Η Πορτογαλία εμφανίζει τη μεγαλύτερη βελτίωση από το τέλος του 2022, με αύξηση 3,1 ποσοστιαίων μονάδων και δείκτη CET1 στο 17,8%. Ακολουθεί η Γερμανία, όπου ο δείκτης διαμορφώθηκε στο 15,7%, αυξημένος κατά δύο ποσοστιαίες μονάδες.

Αντίθετα, υποχώρηση καταγράφηκε στις σκανδιναβικές χώρες, στο Ηνωμένο Βασίλειο, στην Ιρλανδία και στην Ιταλία. Οι ισπανικές τράπεζες εξακολουθούν να εμφανίζουν τον χαμηλότερο μέσο δείκτη μεταξύ των αγορών του δείγματος, στο 13,1%.

Ανθεκτική η κερδοφορία παρά τη μείωση των επιτοκίων

Η κερδοφορία των ευρωπαϊκών τραπεζών αποδείχθηκε πιο ανθεκτική από ό,τι αναμενόταν μετά την έναρξη της μείωσης των επιτοκίων από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα τον Ιούνιο του 2024.

Η αύξηση των χορηγήσεων, η ενίσχυση των εσόδων από προμήθειες και η συγκράτηση του κόστους πιστωτικού κινδύνου αντιστάθμισαν τις πιέσεις στα καθαρά επιτοκιακά περιθώρια.

Σε επίπεδο αποδοτικότητας, οι ισπανικές τράπεζες κατέγραψαν την υψηλότερη ετησιοποιημένη απόδοση μέσων ιδίων κεφαλαίων (ROAE) κατά το πρώτο εξάμηνο του 2026, στο 16,6%.

Ακολούθησαν οι τράπεζες των σκανδιναβικών χωρών με 14,3%, οι ιταλικές με 14,1% και οι βρετανικές με 13,8%.

Ισχυρά κεφαλαιακά αποθέματα απέναντι στους κινδύνους

Παρά τις αυξημένες διανομές, οι ευρωπαϊκές τράπεζες εξακολουθούν να διαθέτουν σημαντικά κεφαλαιακά αποθέματα πάνω από τις ελάχιστες εποπτικές απαιτήσεις.

Στα τέλη Ιουνίου 2026, το μέσο περιθώριο του δείκτη CET1 πάνω από τις συνολικές κεφαλαιακές απαιτήσεις ανερχόταν σε περίπου 450 μονάδες βάσης, προσφέροντας ένα σημαντικό δίχτυ ασφαλείας απέναντι σε ενδεχόμενες ζημιές.

Η DBRS εκτιμά ότι τα αποθέματα αυτά μπορούν να συμβάλουν στην απορρόφηση κραδασμών από γεωπολιτικές εντάσεις, εμπορικές αναταράξεις και επιδείνωση των οικονομικών συνθηκών.

Ωστόσο, προειδοποιεί ότι μια ασθενέστερη οικονομική ανάπτυξη ή η υποβάθμιση της ποιότητας του ενεργητικού θα μπορούσαν να ασκήσουν πρόσθετες πιέσεις στην κεφαλαιακή θέση των τραπεζών.

Επιπλέον, ενδεχόμενη αύξηση των αποδόσεων των κρατικών ομολόγων θα μπορούσε να οδηγήσει σε ζημιές αποτίμησης. Σύμφωνα με τον οίκο, οι σχετικές επιπτώσεις εκτιμάται ότι θα παραμείνουν διαχειρίσιμες, καθώς σημαντικό μέρος των κρατικών ομολόγων που διακρατούν οι τράπεζες αποτιμάται στο αποσβεσμένο κόστος.

Προς απλούστερο πλαίσιο κεφαλαιακών απαιτήσεων

Η DBRS αναφέρεται, τέλος, στις κινήσεις των ευρωπαϊκών εποπτικών αρχών για τη διαμόρφωση ενός απλούστερου και πιο ευέλικτου συστήματος κεφαλαιακών απαιτήσεων.

Οι σχεδιαζόμενες αλλαγές περιλαμβάνουν λιγότερες και πιο λειτουργικές κατηγορίες κεφαλαιακών αποθεμάτων, ορισμένα από τα οποία θα μπορούν να αποδεσμεύονται σε περιόδους οικονομικής ή χρηματοπιστωτικής πίεσης.

Οι μεταρρυθμίσεις δεν συνεπάγονται κατ’ ανάγκη μείωση των συνολικών απαιτήσεων κεφαλαίου. Θα μπορούσαν, ωστόσο, να προσφέρουν μεγαλύτερη ευελιξία στη διαχείριση των κεφαλαίων και στην αντιμετώπιση περιόδων αυξημένων κινδύνων.

Η επίδρασή τους στην πιστοληπτική εικόνα κάθε τράπεζας θα εξαρτηθεί από τον τρόπο εφαρμογής τους και από το πώς τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα θα αξιοποιήσουν τα διαθέσιμα κεφαλαιακά περιθώρια.

Το βασικό συμπέρασμα της ανάλυσης είναι ότι οι ευρωπαϊκές τράπεζες εξακολουθούν να στηρίζονται σε ισχυρή κεφαλαιακή βάση, ενώ οι ελληνικές ενισχύουν τις αποδόσεις προς τους μετόχους τους. Η πρόκληση για τα επόμενα χρόνια θα είναι να διατηρηθεί αυτή η ισορροπία, χωρίς οι αυξημένες διανομές και η πιστωτική επέκταση να περιορίσουν υπερβολικά τα κεφαλαιακά αποθέματα ασφαλείας.

Η ομάδα της BOXmind