Tα «κόκκινα» δάνεια καλύπτονται μέσω των  servicers

Ψηφιακά το 96% των τραπεζικών συναλλαγών
18 Μαΐου, 2026
Ψηφιοποίηση εργασίας
Νέα ηλεκτρονική υπηρεσία για αυτασφάλιση στον ΕΦΚΑ
18 Μαΐου, 2026
Ψηφιακά το 96% των τραπεζικών συναλλαγών
18 Μαΐου, 2026
Ψηφιοποίηση εργασίας
Νέα ηλεκτρονική υπηρεσία για αυτασφάλιση στον ΕΦΚΑ
18 Μαΐου, 2026
Δείτε τα όλα

Tα «κόκκινα» δάνεια καλύπτονται μέσω των  servicers

18/05/2026

Η Τράπεζα της Ελλάδος καταγράφει το 2025 ιστορικό χαμηλό στα μη εξυπηρετούμενα δάνεια των ελληνικών τραπεζών, με τα «κόκκινα» δάνεια να υποχωρούν στα 5,679 δισ. ευρώ ή στο 3,3% του συνολικού χαρτοφυλακίου δανείων, από 3,8% το 2024. Πρόκειται για το χαμηλότερο επίπεδο από την ένταξη της Ελλάδας στην Ευρωζώνη το 2001 και για συνολική μείωση άνω των 101 δισ. ευρώ σε σχέση με το αποκορύφωμα της κρίσης το 2016, όταν τα προβληματικά δάνεια είχαν ξεπεράσει τα 107 δισ. ευρώ.

Η εξέλιξη αυτή αποτυπώνει τη θεαματική εξυγίανση των τραπεζικών ισολογισμών και την επιστροφή του ελληνικού τραπεζικού συστήματος στην ευρωπαϊκή κανονικότητα. Ωστόσο, πίσω από τη βελτιωμένη εικόνα των τραπεζών, το ιδιωτικό χρέος εξακολουθεί να αποτελεί τεράστιο πρόβλημα για την οικονομία, καθώς τα περισσότερα «κόκκινα» δάνεια έχουν μεταφερθεί στις εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων, τους γνωστούς servicers.

Σύμφωνα με τα στοιχεία της ΤτΕ, τα δάνεια που βρίσκονται υπό διαχείριση servicers ανέρχονται σε περίπου 91,5 δισ. ευρώ. Από αυτά, σχεδόν τα μισά αφορούν επιχειρηματικά δάνεια, το 31% στεγαστικά και περίπου το 20% καταναλωτικά δάνεια. Παρά τη σημαντική πρόοδο στους τραπεζικούς ισολογισμούς, στην πραγματική οικονομία παραμένει ένα τεράστιο απόθεμα ιδιωτικού χρέους που εξακολουθεί να επιβαρύνει νοικοκυριά και επιχειρήσεις.

Εκτιμάται ότι περισσότεροι από ένα εκατομμύριο πολίτες και επιχειρήσεις παραμένουν εγκλωβισμένοι σε οφειλές προς τράπεζες και Δημόσιο, γεγονός που τους αποκλείει ουσιαστικά από το επίσημο οικονομικό σύστημα. Οι δανειολήπτες που βρίσκονται καταχωρημένοι στις λίστες του Τειρεσία αδυνατούν να αποκτήσουν νέα τραπεζική χρηματοδότηση, να αξιοποιήσουν προγράμματα όπως το ΕΣΠΑ ή εργαλεία της Ελληνικής Αναπτυξιακής Τράπεζας, ενώ συχνά καταλήγουν να δραστηριοποιούνται στη λεγόμενη «μαύρη οικονομία».

Η κατάσταση αυτή λειτουργεί ανασταλτικά και για τις ίδιες τις τράπεζες, καθώς περιορίζεται σημαντικά η βάση δυνητικών πελατών για νέα στεγαστικά ή μικρά επιχειρηματικά δάνεια. Παράλληλα, η ύπαρξη μεγάλου όγκου ιδιωτικού χρέους δημιουργεί έναν φαύλο κύκλο φοροδιαφυγής, χαμηλής οικονομικής δραστηριότητας και στρέβλωσης του ανταγωνισμού.

Τις σοβαρές παρενέργειες του προβλήματος έχει επισημάνει και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, το οποίο τονίζει ότι η πρόοδος στην αντιμετώπιση των μη εξυπηρετούμενων οφειλών παραμένει αργή, κυρίως λόγω των μεγάλων καθυστερήσεων στο δικαστικό σύστημα. Αντίστοιχες επισημάνσεις έχουν γίνει και από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, η οποία θεωρεί ότι η διαχείριση του ιδιωτικού χρέους εξακολουθεί να αποτελεί μία από τις μεγαλύτερες προκλήσεις της ελληνικής οικονομίας.

Σημαντικές ευθύνες αποδίδονται και στους servicers, οι οποίοι αρχικά βρέθηκαν να διαχειρίζονται τεράστιο όγκο προβληματικών δανείων χωρίς επαρκείς υποδομές. Παράλληλα, επικρίνονται ότι επί χρόνια έδωσαν προτεραιότητα στη βραχυπρόθεσμη μεγιστοποίηση εισπράξεων και όχι σε βιώσιμες μακροχρόνιες ρυθμίσεις.

Το δημοσίευμα επισημαίνει επίσης την ανάπτυξη ενός ολόκληρου «οικοσυστήματος» δικηγόρων και συμβούλων, που υπόσχονται σε δανειολήπτες πλήρη απαλλαγή από τα χρέη τους, συχνά καλλιεργώντας μη ρεαλιστικές προσδοκίες και επιτείνοντας τη σύγκρουση αντί της εξεύρεσης λύσεων. Η πολυνομία, οι γραφειοκρατικές δυσλειτουργίες και οι αργές δικαστικές διαδικασίες επιτρέπουν συχνά τη διαρκή αναβολή εκτελέσεων και πλειστηριασμών.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελούν υποθέσεις του Νόμος Κατσέλη, όπου, παρά τις τελεσίδικες αποφάσεις που προβλέπουν εκποίηση δευτερευόντων περιουσιακών στοιχείων, οι διαδικασίες πλειστηριασμού παραμένουν μπλοκαρισμένες για χρόνια. Σύμφωνα με τραπεζικές εκτιμήσεις, περίπου 10.000 ακίνητα συνολικής αξίας 250-300 εκατ. ευρώ θα έπρεπε ήδη να έχουν εκποιηθεί χωρίς όμως να έχει προχωρήσει ουσιαστικά η διαδικασία.

Επιπλέον, το ρεπορτάζ αναδεικνύει σοβαρά προβλήματα στη λειτουργία της Δικαιοσύνης, καθώς δεν υπάρχουν εξειδικευμένα δικαστικά τμήματα για τραπεζικές και οικονομικές υποθέσεις. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα αντικρουόμενες αποφάσεις για παρόμοιες υποθέσεις και παρατεταμένη νομική αβεβαιότητα, ενώ ακόμη και αποφάσεις του Άρειος Πάγος προκαλούν αντιδράσεις από τραπεζικούς κύκλους.

Νέα μέτωπα αντιπαράθεσης ανοίγουν επίσης γύρω από τη δυνατότητα των servicers να αποκτούν ακίνητα μέσω ειδικών εταιρικών σχημάτων REOCOs, αλλά και γύρω από τις τιμές εκκίνησης των πλειστηριασμών. Οι εταιρείες διαχείρισης υποστηρίζουν ότι οι τιμές αγοράς των χαρτοφυλακίων δεν μπορούν να συγκριθούν με τις αξίες των επιμέρους ακινήτων, καθώς πρόκειται για συναλλαγές χιλιάδων δανείων με εντελώς διαφορετικά χαρακτηριστικά.

Παρά τη θεαματική αποκλιμάκωση των «κόκκινων» δανείων εντός των τραπεζών, το βασικό συμπέρασμα είναι ότι το πρόβλημα του ιδιωτικού χρέους παραμένει ουσιαστικά ενεργό στην ελληνική οικονομία. Δέκα χρόνια μετά την κορύφωση της κρίσης, το συνολικό απόθεμα προβληματικών δανείων εξακολουθεί να κινείται κοντά στα επίπεδα των 100 δισ. ευρώ, αποτελώντας ένα από τα μεγαλύτερα διαρθρωτικά βάρη για την ανάπτυξη και τη χρηματοδότηση της οικονομίας.

Η ομάδα της ΒΟΧmind