
Πτώση 46% στις νέες αιτήσεις για Χρυσή Βίζα
20 Ιουλίου, 2026
Ταχύτερες διαταγές πληρωμής για τα κόκκινα δάνεια
20 Ιουλίου, 202620/07/2026
Η ιδιοκατοίκηση παραμένει η κυρίαρχη μορφή στέγασης στην Ευρωπαϊκή Ένωση, ωστόσο τα τελευταία χρόνια καταγράφει σταθερή υποχώρηση, καθώς η άνοδος των τιμών των ακινήτων, η εκτόξευση των ενοικίων και η αυστηροποίηση των όρων στεγαστικής χρηματοδότησης οδηγούν ολοένα και περισσότερα νοικοκυριά στην επιλογή της ενοικίασης. Στην Ελλάδα, η τάση αυτή εξελίσσεται με σημαντικά ταχύτερους ρυθμούς από ό,τι στην υπόλοιπη Ευρώπη, αποτυπώνοντας τις αυξανόμενες δυσκολίες πρόσβασης των πολιτών στην απόκτηση πρώτης κατοικίας.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της Eurostat, το ποσοστό ιδιοκατοίκησης στην Ευρωπαϊκή Ένωση των 27 διαμορφωνόταν στο 70,1% το 2016 και παρέμεινε σχεδόν αμετάβλητο έως το 2021. Από το 2022, όμως, ξεκίνησε μια σταδιακή κάμψη, με το ποσοστό να υποχωρεί στο 69,1% το 2022 και το 2023, να μειώνεται περαιτέρω στο 68,4% το 2024 και να διαμορφώνεται στο 68,5% το 2025. Η εξέλιξη αυτή καταδεικνύει ότι η ενοικίαση κερδίζει συνεχώς έδαφος ως εναλλακτική μορφή στέγασης, κυρίως λόγω του αυξημένου κόστους αγοράς κατοικίας και της δυσκολότερης πρόσβασης σε στεγαστικά δάνεια.
Στην Ελλάδα, η εικόνα είναι ακόμη πιο έντονη. Το ποσοστό ιδιοκατοίκησης ανερχόταν στο 73,9% το 2016, υποχώρησε οριακά στο 73,3% το 2017, κατέγραψε προσωρινή άνοδο στο 75,4% το 2019 και στη συνέχεια ακολούθησε σταθερά καθοδική πορεία. Από το 73,9% το 2020 μειώθηκε στο 73,3% το 2021, στο 72,8% το 2022, ενώ το 2023 σημειώθηκε η μεγαλύτερη πτώση, με το ποσοστό να διαμορφώνεται στο 69,6%. Το 2024 καταγράφηκε μικρή ανάκαμψη στο 69,7%, όμως το 2025 η ιδιοκατοίκηση υποχώρησε εκ νέου στο 69,4%, επιβεβαιώνοντας ότι η τάση αποδυνάμωσης της ιδιόκτητης κατοικίας συνεχίζεται.
Η συνολική εικόνα της τελευταίας δεκαετίας αποκαλύπτει ότι η Ελλάδα έχασε περίπου 4,5 ποσοστιαίες μονάδες ιδιοκατοίκησης, όταν ο αντίστοιχος μέσος όρος της Ευρωπαϊκής Ένωσης περιορίστηκε σε περίπου 1,5 ποσοστιαία μονάδα. Πρόκειται για μια εξέλιξη που αναδεικνύει τη σημαντικά μεγαλύτερη πίεση που δέχεται η ελληνική στεγαστική αγορά σε σύγκριση με τις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες.
Καθοριστική καμπή αποτέλεσε η περίοδος μετά το 2022, όταν η ταυτόχρονη αύξηση των τιμών πώλησης των κατοικιών, η εκρηκτική άνοδος των ενοικίων και η αύξηση του κόστους δανεισμού, λόγω των υψηλότερων επιτοκίων, περιόρισαν σημαντικά τη δυνατότητα κυρίως των νέων νοικοκυριών να αποκτήσουν πρώτη κατοικία. Ως αποτέλεσμα, ολοένα και περισσότεροι πολίτες αναγκάζονται να παραμείνουν στην αγορά ενοικίασης για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα ή να αναβάλουν επ’ αόριστον την αγορά κατοικίας.
Παρά τη σημαντική αυτή υποχώρηση, η Ελλάδα εξακολουθεί να εμφανίζει ελαφρώς υψηλότερο ποσοστό ιδιοκατοίκησης από τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το 2024, η ιδιοκατοίκηση στη χώρα διαμορφώθηκε στο 69,7%, έναντι 68,4% στην Ε.Ε.-27. Ωστόσο, το συγκριτικό αυτό πλεονέκτημα έχει περιοριστεί αισθητά σε σχέση με τα προηγούμενα χρόνια, γεγονός που αποτυπώνει τη σταδιακή σύγκλιση της Ελλάδας με τις ευρωπαϊκές τάσεις και την αλλαγή του παραδοσιακού μοντέλου κατοικίας, όπου η ιδιοκτησία αποτελούσε διαχρονικά τον βασικό στόχο των ελληνικών νοικοκυριών.
Τα στοιχεία αυτά καταδεικνύουν ότι η ελληνική αγορά κατοικίας εισέρχεται σε μια νέα περίοδο, κατά την οποία η πρόσβαση στην ιδιόκτητη κατοικία γίνεται ολοένα δυσκολότερη, ιδιαίτερα για τα νέα ζευγάρια και τους νέους εργαζόμενους. Εάν δεν υπάρξουν ουσιαστικές παρεμβάσεις για τη βελτίωση της προσιτότητας της κατοικίας και την ενίσχυση της στεγαστικής χρηματοδότησης, η σταδιακή υποχώρηση της ιδιοκατοίκησης και η ενίσχυση της ενοικίασης εκτιμάται ότι θα συνεχιστούν και τα επόμενα χρόνια, μεταβάλλοντας μόνιμα τη φυσιογνωμία της ελληνικής στεγαστικής αγοράς.
Η ομάδα της ΒΟΧmind





