
Η ρευστότητα δεν διοχετεύεται στην αγορά
28 Απριλίου, 2026
Ραγδαία αύξηση στις εκταμιεύσεις δανείων λιανικής
29 Απριλίου, 202629/04/2026
Σε σαφή στροφή προς πιο ασφαλείς μορφές δανεισμού έχουν προχωρήσει τα τελευταία χρόνια οι Έλληνες δανειολήπτες, επιλέγοντας σε αυξανόμενο βαθμό δάνεια με σταθερό επιτόκιο, είτε για μέρος είτε για το σύνολο της διάρκειας αποπληρωμής τους.
Η ραγδαία άνοδος των επιτοκίων –με το μέσο κόστος δανεισμού σχεδόν να διπλασιάζεται μέσα σε λιγότερο από ενάμιση χρόνο– ανέδειξε την ευαλωτότητα των δανείων κυμαινόμενου επιτοκίου. Όσοι είχαν «κλειδώσει» χαμηλές σταθερές δόσεις κατά την περίοδο των αρνητικών επιτοκίων προστατεύτηκαν πλήρως από τις ανατιμήσεις που ακολούθησαν την πληθωριστική κρίση και τον πόλεμο στην Ουκρανία. Αντίθετα, οι δανειολήπτες με κυμαινόμενο επιτόκιο βρέθηκαν αντιμέτωποι με διπλή πίεση: αύξηση του κόστους ζωής και ταυτόχρονη επιβάρυνση των δόσεών τους. Σε αρκετές περιπτώσεις, όσοι διέθεταν επαρκή ρευστότητα επέλεξαν πρόωρη αποπληρωμή για να περιορίσουν τους τόκους.
Ιδιαίτερα έντονες ήταν οι πιέσεις στα επιχειρηματικά δάνεια, τα οποία παρέμειναν σε μεγάλο βαθμό συνδεδεμένα με κυμαινόμενα επιτόκια και επηρεάστηκαν άμεσα από τις αυξήσεις των δεικτών της ΕΚΤ. Εν αντιθέσει στα στεγαστικά δάνεια, όπου εφαρμόστηκαν προσωρινά μέτρα προστασίας (πλαφόν), οι επιχειρήσεις εκτέθηκαν περισσότερο στο αυξημένο κόστος δανεισμού. Είναι ενδεικτικό ότι το μέσο επιτόκιο στα υφιστάμενα δάνεια στην Ελλάδα αυξήθηκε από περίπου 3,5% το 2022 σε έως και 6,4%, ενώ στα στεγαστικά από 2,2% έφτασε έως 4,4% πριν σταθεροποιηθεί.
Η περίοδος των υψηλών επιτοκίων δημιούργησε δυσκολίες στην εξυπηρέτηση δανείων και αύξησε τον κίνδυνο νέων επισφαλειών για το τραπεζικό σύστημα. Η κατάσταση αντιμετωπίστηκε μέσω στοχευμένων ρυθμίσεων, ενώ έκτοτε οι τράπεζες έχουν εντείνει την προώθηση προϊόντων σταθερού επιτοκίου, τα οποία πλέον προτιμώνται από σημαντικό μέρος των δανειοληπτών.
Η μεταστροφή αυτή αποτυπώνεται ξεκάθαρα: το μερίδιο των στεγαστικών δανείων με σταθερό επιτόκιο αυξήθηκε από 47% την περίοδο 2020–2022 σε 67% την τριετία 2023–2025. Στα καταναλωτικά δάνεια το ποσοστό παρέμεινε περίπου στο 42%, λόγω περιορισμένων επιλογών σταθερών προϊόντων, ενώ στα επιχειρηματικά δάνεια –αν και κυριαρχούν τα κυμαινόμενα– το ποσοστό σταθερού επιτοκίου σχεδόν διπλασιάστηκε, φτάνοντας περίπου το 20%.
Η αυξημένη παρουσία σταθερών επιτοκίων επηρεάζει και τη μετάδοση των μεταβολών της νομισματικής πολιτικής: οι πρόσφατες μειώσεις επιτοκίων της ΕΚΤ δεν περνούν πλήρως στα δάνεια λιανικής, καθώς μεγάλο μέρος τους είναι «κλειδωμένο». Έτσι, το μέσο κόστος στα υφιστάμενα δάνεια υποχώρησε συγκριτικά λιγότερο. Αντίθετα, στα επιχειρηματικά δάνεια, που συνδέονται κυρίως με το euribor, η μείωση ήταν εντονότερη.
Η στροφή προς σταθερά επιτόκια ενισχύει τη χρηματοοικονομική σταθερότητα, προσφέροντας προστασία στους δανειολήπτες από μελλοντικές διακυμάνσεις, ενώ παράλληλα μειώνει τον πιστωτικό κίνδυνο και αυξάνει την προβλεψιμότητα των εσόδων για τις τράπεζες, σε ένα περιβάλλον που παραμένει αβέβαιο.
Η ομάδα της ΒΟΧmind





