
Aλλαγές στις άδειες
7 Απριλίου, 2026
Έρχονται αλλαγές στην καταναλωτική πίστη
7 Απριλίου, 202607/04/2026
Τα τελευταία δεδομένα (από 1/4/2026) δείχνουν ότι η απόκλιση μεταξύ εισαγωγικού και μέσου μισθού στην Ελλάδα παραμένει περιορισμένη, στο περίπου 50%. Ο νέος εργαζόμενος που εισέρχεται για πρώτη φορά στην αγορά εργασίας, χωρίς πτυχίο ή οικογενειακές υποχρεώσεις, θα λαμβάνει 920 ευρώ μεικτά μηνιαίως, ενώ ο μέσος μισθός φτάνει μόλις στα 1.380 ευρώ μεικτά, έναντι 1.362 ευρώ το 2025. Η μικρή διαδρομή από τον εισαγωγικό μισθό στην επαγγελματική «ωρίμανση» συμβάλλει στην ουσιαστική εξαΰλωση του διαθέσιμου εισοδήματος και της αγοραστικής δύναμης των μισθωτών, με την Ελλάδα να παραμένει στις χαμηλότερες θέσεις της ΕΕ.
Η υπερφορολόγηση και η ακρίβεια περιορίζουν τον μέσο μισθό σε επίπεδα μόλις 1,5 φορά υψηλότερα του κατώτατου, αντί να είναι διπλάσια, όπως θα ήταν αναγκαίο για την ενίσχυση της εργασιακής ένταξης, της παραμονής στην εργασία και της ανάπτυξης οικογένειας. Οι ονομαστικές αμοιβές παραμένουν κάτω από το επίπεδο του 2009 (1.442 ευρώ), καθώς η ελληνική οικονομία δεν έχει ανακτήσει πλήρως τις απώλειες από την κρίση της περιόδου 2011–2022.
Παράλληλα, η αύξηση του κόστους ζωής – με τρόφιμα και ενοίκια να έχουν εκτιναχθεί κατά 40% και 80% αντίστοιχα – απορροφά επιπλέον εισόδημα, επιτείνοντας την καθήλωση της πραγματικής αγοραστικής δύναμης. Η στασιμότητα του μέσου μισθού, σε συνδυασμό με υψηλά ενοίκια, περιορίζει την προσφορά εργατικών χεριών, εμποδίζει τη γεωγραφική κινητικότητα των εξειδικευμένων τεχνιτών και δυσχεραίνει τη δημιουργία οικογενειών. Η έλλειψη τεχνικής και μεταλυκειακής εκπαίδευσης ενισχύει αυτό το φαινόμενο, αντίθετα με την περίοδο 2012–2018, όταν υπήρχε πρόβλεψη για εξαιρετικά χαμηλούς υποκατώτατους μισθούς.
Οι χαμηλές μέσες αμοιβές οφείλονται κυρίως στο «πάγωμα» των ωριμάνσεων και τριετιών μεταξύ 2020–2023 και στην απουσία κλαδικών συλλογικών συμβάσεων. Ως αποτέλεσμα, οι αυξήσεις του βασικού μισθού ευνοούν κυρίως μικρές επιχειρήσεις και βιοτεχνίες, ενώ οι μέσες αμοιβές παραμένουν καθηλωμένες, ενισχύοντας συγκριτικά τις μεγαλύτερες επιχειρήσεις με εξειδικευμένο προσωπικό.
Η κυβέρνηση διαφημίζει αύξηση των βασικών μισθών κατά 41%, αλλά οι πραγματικές αποδοχές κινούνται μόλις στο ύψος του πληθωρισμού (21% την τελευταία 7ετία). Σύμφωνα με αναλυτές, η κυβερνητική πολιτική αποσκοπεί σε τριπλό στόχο:
- Διατήρηση χαμηλών μέσων αμοιβών για συγκράτηση του παραγωγικού κόστους.
- Εξουδετέρωση μικρών επιχειρήσεων υπέρ των ολιγοπωλίων.
- Συνέχιση της αφαίμαξης μισθωτών και καταναλωτών μέσω έμμεσης φορολογίας (ΦΠΑ).
Το συνολικό αποτέλεσμα είναι η παρατεταμένη καθήλωση των μέσων μισθών, η συρρίκνωση της αγοραστικής δύναμης των εργαζομένων και η δημιουργία εμποδίων στην ανάπτυξη της εργασίας και της οικογένειας.
Η ομάδα της ΒΟΧmind





