
Κεφάλαια έως και 450 εκατ. στην αγορά μέσω του «EquiFund II»
12 Ιουνίου, 2026
Η ισχυρή ζήτηση και τα αυξανόμενα μισθώματα διατηρούν την αγορά καταστημάτων σε αναπτυξιακή τροχιά
15 Ιουνίου, 202615/06/2026
Σημαντική μεταβολή καταγράφεται στην ελληνική αγορά κατοικίας το πρώτο τρίμηνο του 2026, καθώς για πρώτη φορά τα τελευταία χρόνια οι υψηλότεροι ρυθμοί αύξησης των τιμών δεν εντοπίζονται στην Αθήνα αλλά στις περιοχές της περιφέρειας. Σύμφωνα με στοιχεία της Τράπεζα της Ελλάδος, οι τιμές των διαμερισμάτων σε πανελλαδικό επίπεδο αυξήθηκαν κατά 5,7% σε ετήσια βάση, με τις λοιπές περιοχές της χώρας να καταγράφουν τη μεγαλύτερη άνοδο, στο 6,9%.
Η εξέλιξη αυτή αποτυπώνει τη σταδιακή αποκέντρωση της ζήτησης για κατοικία, καθώς το ενδιαφέρον των αγοραστών και επενδυτών επεκτείνεται πέρα από τα μεγάλα αστικά κέντρα. Στην Αθήνα οι τιμές αυξήθηκαν κατά 5,2%, στη Θεσσαλονίκη κατά 6,4% και στις υπόλοιπες μεγάλες πόλεις κατά 5,4%, γεγονός που δείχνει ότι η περιφέρεια αποκτά πλέον ισχυρότερη δυναμική.
Η μεταβολή του χάρτη των αυξήσεων αποδίδεται σε παράγοντες όπως οι χαμηλότερες τιμές εκκίνησης στην περιφέρεια, η τουριστική ανάπτυξη, το επενδυτικό ενδιαφέρον και η αυξανόμενη προτίμηση για κατοικίες εκτός μεγάλων πόλεων. Παράλληλα, η αγορά της Αθήνας εμφανίζεται πιο ώριμη, καθώς έχει ήδη καταγράψει σημαντικές ανατιμήσεις τα προηγούμενα χρόνια.
Η σύγκριση με το 2020 αναδεικνύει την αλλαγή των τάσεων. Τότε η Αθήνα πρωταγωνιστούσε με αύξηση τιμών 10,6%, ενώ το 2026 οι υψηλότεροι ρυθμοί καταγράφονται πλέον στις υπόλοιπες περιοχές της χώρας. Η εξέλιξη αυτή υποδηλώνει ότι η ανάπτυξη της αγοράς κατοικίας δεν είναι πλέον τόσο αθηνοκεντρική όσο στο παρελθόν.
Παρά τη συνεχιζόμενη άνοδο, τα στοιχεία δείχνουν και σαφή επιβράδυνση της αγοράς. Ο μέσος ετήσιος ρυθμός αύξησης των τιμών υποχώρησε από 9,1% το 2024 και 8,1% το 2025 στο 5,7% το πρώτο τρίμηνο του 2026, γεγονός που υποδηλώνει μια πιο ισορροπημένη και βιώσιμη πορεία της αγοράς.
Όσον αφορά τα χαρακτηριστικά των ακινήτων, οι τιμές των νέων διαμερισμάτων ηλικίας έως πέντε ετών αυξήθηκαν κατά 6%, ενώ των παλαιότερων κατοικιών κατά 5,5%. Η μικρή διαφορά μεταξύ των δύο κατηγοριών δείχνει ότι η ζήτηση παραμένει ισχυρή τόσο για νεόδμητα όσο και για παλαιότερα ακίνητα, τα οποία εξακολουθούν να προσελκύουν αγοραστές λόγω χαμηλότερου κόστους και δυνατοτήτων ανακαίνισης.
Συνολικά, τα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος καταδεικνύουν ότι η ελληνική αγορά κατοικίας εξακολουθεί να αναπτύσσεται, αλλά με πιο ήπιους ρυθμούς και με το επίκεντρο της ανόδου να μετατοπίζεται σταδιακά από τα μεγάλα αστικά κέντρα προς την περιφέρεια.
Η ομάδα της BOXmind





