Τράπεζες: Το crisis management του ESM μπροστά στο «τσουνάμι» των κόκκινων δανείων


Notice: Trying to access array offset on value of type bool in /var/www/vhosts/boxmind.gr/httpdocs/wp-content/themes/betheme/functions/theme-functions.php on line 1503

Notice: Trying to access array offset on value of type bool in /var/www/vhosts/boxmind.gr/httpdocs/wp-content/themes/betheme/functions/theme-functions.php on line 1508
Τι προβλέπει η τροπολογία για την αναστολή των επιταγών για 75 ημέρες
20 Νοεμβρίου, 2020
Δεύτερη ευκαιρία για τις 120 δόσεις σε εφορία – Ταμεία
27 Νοεμβρίου, 2020
Δείτε τα όλα

Τράπεζες: Το crisis management του ESM μπροστά στο «τσουνάμι» των κόκκινων δανείων


Notice: Trying to access array offset on value of type bool in /var/www/vhosts/boxmind.gr/httpdocs/wp-content/themes/betheme/functions/theme-functions.php on line 1503

Notice: Trying to access array offset on value of type bool in /var/www/vhosts/boxmind.gr/httpdocs/wp-content/themes/betheme/functions/theme-functions.php on line 1508

20/11/2020

Την επίσπευση της κινητοποίησης του ESM από την Eυρωζώνη, ενδεχομένως και εντός του 2021, φαίνεται ότι φέρνει το επερχόμενο “τσουνάμι” των “κόκκινων” δανείων της πανδημικής κρίσης. 

Ο πανευρωπαϊκός “συναγερμός” −αν και όχι χωρίς αντικρουόμενα συμφέροντα– θα αναδειχθεί στο προσεχές Eurogroup της 30ής Νοεμβρίου, φέρνοντας στο προσκήνιο το Ενιαίο Ταμείο Εξυγίανσης (SRF) και τον ρόλο του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας (ESM) και προδιαγράφοντας, πιθανότατα, εργαλεία και λύσεις πανευρωπαϊκής εμβέλειας για τα “κόκκινα” δάνεια εντός του 2021. 

Η ύφεση και το πλήγμα στις επιχειρήσεις και σε ολόκληρους κλάδους οικονομικής δραστηριότητας της Ε.Ε. αναμένεται ότι θα αφήσουν πίσω τους νέα μη εξυπηρετούμενα δάνεια που μπορεί να φτάσουν ή και να ξεπεράσουν τα 1,4 τρισ. ευρώ, με προφανή ισχυρό αρνητικό αντίκτυπο στις τράπεζες. Οι τελευταίες θα χρειαστεί να σχηματίσουν υπέρογκες νέες προβλέψεις για την κάλυψη των νέων επισφαλών δανείων, οι οποίες θα έχουν ως “αντανάκλαση” κεφαλαιακά ελλείμματα και θα οδηγήσουν σε γενικευμένες αυξήσεις κεφαλαίου τον τραπεζικό κλάδο μέσα στην επόμενη διετία. 

Στην Ελλάδα, η οποία βαρύνεται με το υψηλότερο ποσοστό “κόκκινων δανείων στην Ε.Ε., το πλήγμα της COVID αναμένεται βαρύ, με τους τραπεζίτες να ανεβάζουν τις εκτιμήσεις τους για ύφεση στο 12% φέτος και για “κληρονομιά” NPLs στα 15, ακόμα και στα 20 δισ. ευρώ, εφόσον υπάρξει ένα τρίτο lockdown.

Το SRF και ο ρόλος του ESM

Καθώς το πρόβλημα των NPLs γίνεται, λόγω COVID, κοινό για “πλούσιους” και “φτωχούς” της Ευρωζώνης, παύει να συνδέεται με “ατομική ευθύνη” του κάθε κράτους-μέλους και απειλεί συνολικά την ευρωπαϊκή οικονομία και τις τράπεζες, αναζητούνται λύσεις που θα είναι έγκαιρες και αποτελεσματικές, πηγαίνοντας ένα βήμα παραπέρα και την τραπεζική ενοποίηση. 

Με το σκεπτικό αυτό, οι πληροφορίες αναφέρουν ότι στο προσεχές Eurogroup θα τεθεί επί τάπητος η επίσπευση της κινητοποίησης του ESM στον ρόλο του back stop για τη χρηματοδότηση του Ενιαίου Ταμείου Εξυγίανσης (SRF) των τραπεζών. To SRF, βραχίονας του Ενιαίου Συμβουλίου Εξυγίανσης (SRB), που είναι η κεντρική Αρχή εξυγίανσης στην Τραπεζική Ένωση, δημιουργήθηκε από συνεισφορές των τραπεζών και ορισμένων εταιρειών επενδύσεων των 19 συμμετεχόντων κρατών-μελών εντός της Τραπεζικής Ένωσης, το 2016. Με ρόλο τη διασφάλιση και τη σταθερότητα του χρηματοπιστωτικού συστήματος, το Ενιαίο Ταμείο Εξυγίανσης προβλέπεται ότι θα δημιουργηθεί σταδιακά κατά τη διάρκεια των πρώτων οκτώ ετών (2016-2023) και θα φτάσει στο επίπεδο-στόχο τουλάχιστον του 1% του ποσού των καλυμμένων καταθέσεων (στην περίπτωση εξυγίανσης) όλων των πιστωτικών ιδρυμάτων εντός της Τραπεζικής Ένωσης έως τις 31 Δεκεμβρίου 2023. 

“Πλάτη” −το λεγόμενο back stop− στο Ενιαίο Ταμείο Εξυγίανσης προβλέπεται ότι μπορεί να βάλει ο Ευρωπαϊκός Μηχανισμός Σταθερότητας (ESM). Ειδικότερα, υπάρχει δυνατότητα προσφυγής του SRF για τον δανεισμό του από τον ESM στην περίπτωση που τα κεφάλαια του SRF δεν επαρκέσουν για την εξυγίανση τραπεζών. Το back stop μπορεί να ενεργοποιηθεί από 1/1/2024 και στο Eurogroup του Δεκεμβρίου 2018 υπήρξε συμφωνία για τη δυνατότητα πρόωρης ενεργοποίησής του. 

Τη συζήτηση για την πρόωρη αυτή ενεργοποίηση του ρόλου του ESM ως χρηματοδότη για την εξυγίανση των τραπεζών φέρνει η COVID στο τραπέζι του προσεχούς Eurogroup, φιλοδοξώντας να συγκεράσει τις διαφορετικές απόψεις των “μεγάλων δυνάμεων” της Ε.Ε., υπό τον κοινό κίνδυνο ενός “τσουνάμι” NPLs που θα πνίξει αδιακρίτως τράπεζες της Ευρωζώνης.

Η προϋπόθεση

Απαραίτητη προϋπόθεση, ωστόσο, για να επιτευχθεί κοινή γραμμή και συμφωνία για την πρόωρη ενεργοποίηση του back stop είναι να πιστοποιηθεί ότι τα κράτη-μέλη έχουν υπό έλεγχο τα “κόκκινα” δάνεια και ότι η πανδημική κρίση δεν θα έχει ως αποτέλεσμα να ενθαρρύνει τη την αθέτηση πληρωμών. 

Η προϋπόθεση αυτή αυξάνει την πίεση για τις χώρες που έχουν ήδη υψηλό φορτίο “κόκκινων” δανείων, πρωτίστως για την Ελλάδα και την Κύπρο. 

Σύμφωνα με πληροφορίες, η Ελλάδα καλείται να προσέλθει στο επικείμενο Eurogroup (θα έχει προηγηθεί παρουσίαση στο EWG στις 23 Νοεμβρίου) με στοιχεία που θα αποδεικνύουν ότι βρίσκεται εντός τροχιάς για την επίτευξη του στόχου μείωσης των “κόκκινων” δανείων. Στο πλαίσιο αυτό, θα παρουσιαστούν στοιχεία για την πρόοδο που έχει επιτευχθεί στη μείωση των NPLs μέσω της λειτουργίας του Asset Protection Scheme “Ηρακλής” (στο οποίο μέχρι το α’ τρίμηνο του 2021 θα έχουν μεταφερθεί τιτλοποιήσεις NPLs άνω των 30 δισ. ευρώ), καθώς και τη δυνατότητα παράτασής του (σημειώνεται ότι το ιταλικό APS που αποτέλεσε το “καλούπι” για τον “Ηρακλή” έλαβε τέσσερις παρατάσεις για να καθαρίσει δεκάδες δισ. NPLs των ιταλικών τραπεζών) για την περαιτέρω ελάφρυνση των τραπεζικών ισολογισμών. Παράλληλα, θα αναφερθεί η μελέτη του σχεδίου για τη δημιουργία Asset Management Company που έχει προτείνει η ΤτΕ (το σχέδιο έχει παρουσιαστεί στην κυβέρνηση από Lazard και Axia, ωστόσο έχει ακόμη μακρύ δρόμο μελέτης). 

Οι διαφορετικές συνθήκες

Καθώς το Eurogroup δεν απαιτεί επικαιροποίηση των στόχων για τη μείωση των NPLs, αλλά αποδείξεις για το ότι η χώρα βρίσκεται στη σωστή τροχιά, η παρουσίαση των ελληνικών στοιχείων θα συνοδεύεται από την επιβεβαίωση της υπάρχουσας δέσμευσης των ελληνικών τραπεζών για μονοψήφιο δείκτη NPE στο τέλος του 2022. 

Σημειώνεται ότι, με βάση τα προσωρινά εποπτικά στοιχεία Ιουνίου 2020, τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια των ελληνικών τραπεζών ανέρχονταν σε 59,7 δισ. ευρώ (δείκτης ΜΕΔ στο 36,7%, έναντι μέσου ευρωπαϊκού όρου περί το 3%). Στις επιμέρους κατηγορίες χαρτοφυλακίων, ο δείκτης ΜΕΔ διαμορφώνεται σε 40% για το στεγαστικό, 47,8% για το καταναλωτικό και 33,3% για το επιχειρηματικό χαρτοφυλάκιο. Όσον αφορά τη διάρθρωση των μη εξυπηρετούμενων δανείων σε απόλυτα μεγέθη, το 55% αφορά επιχειρηματικά δάνεια, το 34% στεγαστικά και το 11% καταναλωτικά.

Η πανευρωπαϊκή κινητοποίηση εν όψει ενός επερχόμενου κύματος NPLs γίνεται σε διαφορετικές συνθήκες από αυτές της κρίσης του 2008. Όχι μόνο διότι ο όγκος των επαπειλούμενων νέων μη εξυπηρετούμενων δανείων είναι πολύ μεγαλύτερος από αυτόν της προηγούμενης κρίσης, κατά την οποία η Ε.Ε. δεν έδρασε εγκαίρως, ούτε είχε τα απαραίτητα εργαλεία για την αντιμετώπισή της. Κυρίως διότι πλέον έχει διαμορφωθεί ένα εντελώς νέο περιβάλλον λειτουργίας για τις τράπεζες (μηδενικά επιτόκια, πολύ χαμηλή κερδοφορία, κατακερματισμένη ενιαία αγορά), που καθιστά αναγκαία τη δράση των ευρωπαϊκών Αρχών με το βλέμμα και στους δύο (δεύτερο και τρίτο) πυλώνες της τραπεζικής ενοποίησης: το Ταμείο Εξυγίανσης των τραπεζών (SRF) και το Ταμείο Εγγύησης Καταθέσεων, με το οποίο θα ολοκληρωθεί η τραπεζική ένωση.

Ο “πονοκέφαλος” των νέων NPLs

Το δεύτερο lockdown και οι φόβοι για ένα πιθανό τρίτο lockdown στο πρώτο τρίμηνο του 2021 εντείνουν τις ανησυχίες των ελληνικών τραπεζών για το ύψος των νέων μη εξυπηρετούμενων δανείων που θα αφήσει πίσω της η πανδημική κρίση. 

Παρά τις αχτίδες αισιοδοξίας για ένα εμβόλιο σύντομα, οι επιπτώσεις της πανδημίας δεν θα εξαφανιστούν άμεσα. Οι Έλληνες τραπεζίτες μιλούν για μια πολύ δύσκολη περίοδο μέχρι το ερχόμενο Πάσχα, η οποία θα αφήσει πίσω της πολλά συντρίμμια και νέα “κόκκινα” δάνεια. Οι προβλέψεις τους παραμένουν δυσοίωνες για την πορεία της οικονομίας και, συνακόλουθα, των μη εξυπηρετούμενων δανείων. 

Όπως αναφέρουν τραπεζίτες, η οικονομία “τρέχει” με ύφεση της τάξεως του -10% και το έτος αναμένεται να κλείσει με ύφεση στο -12%. Το καλύτερο σενάριο για το 2021 προβλέπει ανάκαμψη 4%. Για την ακρίβεια, το θετικό σενάριο των τραπεζών προβλέπει για του χρόνου ανάκαμψη με εύρος από 0% έως +4%, με πιθανή ακόμα και “θερμοκρασία” ΑΕΠ ελαφρώς υπό το μηδέν στην περίπτωση ενός νέου lockdown. 

Σε micro-επίπεδο, οι προβλέψεις αυτές μεταφράζονται σε ανυπολόγιστη και μη αναστρέψιμη ζημιά για πάρα πολλές ατομικές, μικρές και πολύ μικρές επιχειρήσεις και για συνακόλουθες επιπτώσεις στην απασχόληση. Οι τραπεζίτες κάνουν λόγο για τον “θάνατο του εμποράκου”, επισημαίνοντας το τεράστιο πλήγμα που θα δεχτεί το λιανεμπόριο, και το ότι όσο πιο μικρές οι επιχειρήσεις τόσο λιγότερο “λίπος” έχουν να κάψουν και τόσο λιγότερες αντοχές για να μη ναυαγήσουν στην κρίση. Ως παρεπόμενο, οι επιχειρήσεις αυτές θα οδηγηθούν περισσότερο στην παραοικονομία για να επιβιώσουν, κάτι που δεν θα τους επιτρέψει να ενταχθούν σε προγράμματα στήριξης που περνούν μέσα από τον τραπεζικό τομέα. 

Η εικόνα που διαγράφεται μπροστά στα μάτια των τραπεζιτών είναι αυτή της διόγκωσης των οφειλών και νέων “κόκκινων” δανείων που μπορεί να ξεπεράσουν και τα 15 δισ. ευρώ, φτάνοντας ακόμα και στα 20 δισ. 

Μιλώντας για ένα τέτοιο ποσό μη εξυπηρετούμενων δανείων που κρίνουν ότι δεν θα είναι διαχείρισιμο, οι τραπεζίτες επισημαίνουν ότι για κάθε 1 δισ. νέων επισφαλειών που θα δημιουργηθεί οι τράπεζες θα χρειαστεί να σχηματίσουν (μέσος όρος προβλέψεων 30%) νέες προβλέψεις 300 εκατ. ευρώ. Αθροιστικά, για νέα “κόκκινα” δάνεια 15- 20 δισ. ευρώ, θα χρειαστούν πρόσθετες προβλέψεις από 4,5 έως 6 δισ. ευρώ, οι οποίες ισοδυναμούν με κεφάλαια που θα λείψουν από τις τράπεζες.

Η εξέλιξη αυτή, που δεν θα αφορά μόνο τις ελληνικές, αλλά όλες τις ευρωπαϊκές τράπεζες, θα οδηγήσει στην αποκάλυψη των κεφαλαιακών ελλειμμάτων πολλών τραπεζών και, συνακόλουθα, σε κινήσεις εκτεταμένων αναδιαρθρώσεων ή/και συγχωνεύσεων.

Ο μεγάλος “πονοκέφαλος” των ελληνικών τραπεζών έρχεται από τον Ιανουάριο του 2021, οπότε θα πρέπει να χειριστούν δάνεια 26 δισ. ευρώ, 400.000 νοικοκυριών και επιχειρήσεων, τα οποία έχουν βάλει σε καθεστώς αναστολής πληρωμών. 

Τα μηνύματα που έρχονται από την ΕΚΤ και τον SSM, αλλά και άλλες ευρωπαϊκές Αρχές (με τελευταία την επισήμανση της επικεφαλής του SRB, Έλκε Κένιγκ, η οποία μιλώντας στους “Financial Times” αυτή την εβδομάδα προειδοποίησε τις ευρωπαϊκές τράπεζες να ετοιμάζονται για νέα NPLs από την πανδημία, τονίζοντας ότι πρέπει να κάνουν εντατική δουλειά στο να διαχωρίσουν τα βιώσιμα από τα μη βιώσιμα), βάζουν ολοένα μεγαλύτερη πίεση στις ίδιες τις τράπεζες για την επαύριον των μορατόριουμ πληρωμών. Αυτό, διότι το ζητούμενο είναι να αποφευχθεί, στο όνομα της πανδημικής κρίσης, ο εφησυχασμός των τραπεζών για την αντιμετώπιση του πιστωτικού κινδύνου και η καλλιέργεια κουλτούρας αθέτησης πληρωμών.

Η αυστηρή στάση των ευρωπαϊκών Αρχών, και ιδίως του επόπτη (ΕΚΤ/SSM), βάζει τις τράπεζες μπροστά σε έναν μεγάλο “γρίφο”. Δεν είναι μόνο το πώς θα χειριστούν τις αναστολές πληρωμών από τον Ιανουάριο, αλλά, όπως αναφέρουν τραπεζίτες είναι η γενικότερη προοπτική της δημιουργίας νέων NPLs που δημιουργεί, αθροιστικά με τα moratoria, η χορήγηση δανείων 8 δισ. ευρώ μέχρι τα τέλη του έτους, μέσω του εγγυοδοτικού προγράμματος της Ελληνικής Αναπτυξιακής Τράπεζας.

Τα δάνεια αυτά χορηγούνται από τις τράπεζες στις επιχειρήσεις (μικρομεσαίες, κατά συντριπτική πλειονότητα, στον β’ κύκλο του προγράμματος της ΕΑΤ) με χαλαρότερα πιστωτικά κριτήρια και ενέχουν μεγαλύτερο κίνδυνο επισφαλειών.

Επομένως, οι τράπεζες δεν έχουν να ανησυχούν για την πορεία δανείων 26 δισ. ευρώ, όσα τα moratoria πληρωμών, αλλά για δάνεια 34 δισ. ευρώ, εκ των οποίων εκτιμούν ότι το 1/3 θα γυρίσει σε ομαλή αποπληρωμή και θα εξυπηρετείται κανονικά. 

Για τα υπόλοιπα θα πρέπει να αναζητήσουν κάθε είδους ρύθμιση προκειμένου να αποφύγουν να τα εντάξουν απευθείας στην κατηγορία των μη εξυπηρετούμενων. Στο πλαίσιο αυτό, οι τράπεζες (και οι εταιρείες διαχείρισης) σχεδιάζουν να προτείνουν στους πελάτες σε αδυναμία πληρωμής την καταβολή της μισής ή και ακόμα μικρότερης δόσης του δανείου, βασιζόμενες σημαντικά και στη βοήθεια από το πρόγραμμα “Γέφυρα”.

Το πρόγραμμα “Γέφυρα” παρέχει κρατική επιδότηση, για τρία τρίμηνα, στα δάνεια που συνδέονται με την πρώτη κατοικία δανειοληπτών που πλήττονται από την πανδημική κρίση. Στους συνεπείς δανειολήπτες επιδοτείται το 90% της μηνιαίας δόσης το 1ο τρίμηνο, το 80% το 2ο τρίμηνο και το 70% το 3ο τρίμηνο, με τη μέγιστη μηνιαία επιδότηση να διαμορφώνεται στα 600 ευρώ ανά πιστωτή.

Η κρατική επιδότηση των “κόκκινων” δανειοληπτών, εφόσον το δάνειο δεν έχει καταγγελθεί, ανέρχεται στο 80% της μηνιαίας δόσης το 1ο τρίμηνο, στο 70% το 2ο τρίμηνο και στο 60% το 3ο τρίμηνο, με τη μέγιστη μηνιαία επιδότηση να διαμορφώνεται στα 500 ευρώ ανά πιστωτή.

Εάν, τέλος, το δάνειο έχει ήδη καταγγελθεί, η κρατική επιδότηση φτάνει το 60% της μηνιαίας δόσης το 1ο τρίμηνο, το 50% το 2ο τρίμηνο και το 30% το 3ο τρίμηνο, με μέγιστη μηνιαία επιδότηση τα 300 ευρώ ανά πιστωτή.

Πηγή: Capital.gr