
Αλλαγές στον εξωδικαστικό μηχανισμό για ευρύτερη ένταξη οφειλετών
6 Μαΐου, 2026
Φθηνότερη χρηματοδότηση για τις ελληνικές τράπεζες
7 Μαΐου, 202607/05/2026
Ο τομέας της διαχείρισης περιουσίας αναδεικνύεται σε βασικό μοχλό εσόδων για τις τράπεζες, ενισχύοντας τις μη τοκοφόρες δραστηριότητές τους, μετά την ισχυρή ανάπτυξη που καταγράφει από το 2022 και κυρίως από το 2023. Παρά την υστέρηση σε σχέση με την Ευρώπη, η αγορά παρουσιάζει εντυπωσιακή άνοδο, με καθαρές εισροές 14,5 δισ. ευρώ σε αμοιβαία κεφάλαια την τελευταία τριετία και το συνολικό ενεργητικό να φτάνει σε ιστορικό υψηλό των 31 δισ. ευρώ.
Οι τράπεζες εκτιμούν ότι η ανοδική πορεία θα συνεχιστεί, με προοπτική αύξησης εσόδων έως 50% και των υπό διαχείριση κεφαλαίων κατά 30% σε ορίζοντα πενταετίας, παρά πιθανή επιβράδυνση των ρυθμών. Παράλληλα, επενδύουν σε τεχνητή νοημοσύνη για την παροχή εξατομικευμένων υπηρεσιών.
Την ίδια στιγμή, καταγράφεται μεταστροφή στις επενδυτικές προτιμήσεις: μειώνεται το μερίδιο των ομολογιακών αμοιβαίων και ενισχύονται τα μετοχικά, μικτά και σύνθετα προϊόντα, ενώ λόγω διεθνούς αβεβαιότητας αυξάνεται και η τοποθέτηση κεφαλαίων σε προϊόντα χαμηλού κινδύνου. Κρίσιμος παράγοντας για τη συνέχιση της ανάπτυξης θεωρείται η ενίσχυση της αποταμιευτικής κουλτούρας στην ελληνική αγορά.
Η διαχείριση μεγάλου πλούτου στη χώρα μας έχει μπει στο στόχαστρο και ομίλων του εξωτερικού, σηματοδοτώντας έτσι μια βαθύτερη αλλαγή στη δομή και τις προοπτικές του ιδιωτικού πλούτου στη χώρα. Έτσι, όμιλοι όπως η Deutsche Bank, η Citibank κλπ έχουν ήδη κινηθεί προσλαμβάνοντας συμβούλους για την ελληνική αγορά, ενώ το ενδιαφέρον επεκτείνεται και σε άλλους διεθνείς παίκτες. Οι λόγοι εστιάζονται στην αναμενόμενη εισροή κεφαλαίων από χώρες του Κόλπου, στην πιθανή επιστροφή καταθέσεων ύψους 40–50 δισ. ευρώ που παρέμειναν στο εξωτερικό μετά την κρίση, αλλά και στη δημιουργία νέου εγχώριου πλούτου λόγω ανάπτυξης.
Συνολικά, οι τράπεζες εκτιμούν ότι περίπου 300 δισ. ευρώ μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο ενεργής διαχείρισης. Η Ελλάδα διαθέτει σημαντικό αλλά σε μεγάλο βαθμό «παθητικό» πλούτο: ο καθαρός πλούτος των νοικοκυριών αγγίζει τα 900 δισ. ευρώ, με έντονη ανισοκατανομή και υψηλή συγκέντρωση σε ακίνητα (70%-75%). Οι καταθέσεις κυμαίνονται στα 190–210 δισ. ευρώ, ενώ τα επενδυτικά προϊόντα παραμένουν περιορισμένα, κάτω από το 10%, γεγονός που δημιουργεί περιθώρια ανάπτυξης υπηρεσιών διαχείρισης.
Οι διεθνείς τράπεζες στοχεύουν στη μετατροπή αυτού του «αδρανούς» πλούτου σε ενεργά επενδυτικά χαρτοφυλάκια μέσω ιδιωτικής τραπεζικής και διεθνούς διαφοροποίησης. Ταυτόχρονα, ενισχύεται μια νέα γενιά εύπορων Ελλήνων με πιο σύνθετες επενδυτικές ανάγκες. Στον ανταγωνισμό συμμετέχουν δυναμικά και οι ελληνικές τράπεζες, αναγνωρίζοντας τη διαχείριση πλούτου ως βασική πηγή εσόδων, καθώς συνολικά η Ελλάδα μετατρέπεται σταδιακά σε ανερχόμενο πεδίο ανταγωνισμού για τη διεθνή αγορά διαχείρισης περιουσίας, με συνολικό πλούτο κοντά στο 1 τρισ. ευρώ και αυξανόμενη ζήτηση για επαγγελματικές επενδυτικές υπηρεσίες.
Η ομάδα της ΒΟΧmind





