
Αφορολόγητες έως 800.000 ευρώ οι πληρωμές γονέων σε πιστωτές των παιδιών
27 Αυγούστου 202627/08/2026
Έντονη κριτική εξακολουθεί να προκαλεί το σύστημα τεκμαρτής φορολόγησης των ελεύθερων επαγγελματιών, με βασικό σημείο αντιπαράθεσης την απόφαση της κυβέρνησης να διατηρήσει το μέτρο, παρά την εκτεταμένη ψηφιοποίηση των φορολογικών ελέγχων. Η κατηγορηματική άρνηση του αντιπροέδρου της κυβέρνησης, Κωστή Χατζηδάκη, να συζητήσει την κατάργηση του τεκμαρτού εισοδήματος επαναφέρει στο προσκήνιο τις αντιδράσεις της αγοράς για ένα σύστημα που χαρακτηρίζεται οριζόντιο και άδικο.
Βασικό κυβερνητικό επιχείρημα για την εφαρμογή του μέτρου αποτελεί το γεγονός ότι περίπου οι μισοί ελεύθεροι επαγγελματίες δήλωναν εισοδήματα χαμηλότερα από τον κατώτατο μισθό. Ωστόσο, το άρθρο επισημαίνει ότι η γενίκευση αυτού του στοιχείου οδηγεί ουσιαστικά σε μια λογική «συλλογικής ευθύνης», καθώς, αντί να εντοπίζονται μέσω ελέγχων οι περιπτώσεις πραγματικής φοροδιαφυγής, επιβάλλεται ένα ελάχιστο φορολογητέο εισόδημα στο σύνολο των επαγγελματιών.
Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στην αντίφαση μεταξύ της τεκμαρτής φορολόγησης και της ψηφιοποίησης της οικονομίας. Η διασύνδεση των POS με τις ταμειακές μηχανές, η λειτουργία των ηλεκτρονικών βιβλίων myDATA και οι αυξημένες δυνατότητες ηλεκτρονικών διασταυρώσεων έχουν ενισχύσει σημαντικά τα εργαλεία της φορολογικής διοίκησης. Υπό αυτό το πρίσμα, τίθεται το ερώτημα γιατί εξακολουθεί να απαιτείται ένα τεκμαρτό σύστημα, αντί ο φόρος να υπολογίζεται βάσει των πραγματικών οικονομικών δεδομένων κάθε επαγγελματία.
Η «επιλεκτική» εφαρμογή του μέτρου
Ένα από τα σημαντικότερα ζητήματα που αναδεικνύονται είναι η διαφορετική φορολογική αντιμετώπιση ατομικών επιχειρήσεων και εταιρειών. Το τεκμαρτό εισόδημα εφαρμόζεται στις ατομικές επιχειρήσεις, όχι όμως στις εταιρείες, παρότι, σύμφωνα με το άρθρο, τα στοιχεία της ΑΑΔΕ δείχνουν ότι σημαντικός αριθμός εταιρειών δηλώνει ζημιές, μηδενικά κέρδη ή καθαρά κέρδη κάτω ακόμη και από τα 10.000 ευρώ.
Η διαφοροποίηση αυτή τροφοδοτεί τη συζήτηση για το κατά πόσο το μέτρο αποσκοπεί αποκλειστικά στην αντιμετώπιση της φοροδιαφυγής ή λειτουργεί παράλληλα ως κίνητρο περιορισμού της αυτοαπασχόλησης. Το άρθρο συνδέει την εξέλιξη αυτή και με παλαιότερες επισημάνσεις της έκθεσης Πισσαρίδη σχετικά με το υψηλό ποσοστό αυτοαπασχόλησης στην Ελλάδα, υποστηρίζοντας ότι το νέο φορολογικό καθεστώς δημιουργεί πιέσεις στις μικρές ατομικές επιχειρήσεις.
Επιστροφή σε μια φορολογική «συνταγή» του 1994
Το σημερινό σύστημα παραλληλίζεται με τα αντικειμενικά κριτήρια φορολόγησης που είχαν εφαρμοστεί το 1994. Η σημαντική διαφορά, σύμφωνα με το δημοσίευμα, είναι ότι εκείνη την περίοδο η φορολογική διοίκηση δεν διέθετε τις σημερινές δυνατότητες ηλεκτρονικών ελέγχων και διασταυρώσεων, καθώς οι δηλώσεις εισοδήματος και ΦΠΑ υποβάλλονταν χειρόγραφα.
Παράλληλα, το τότε σύστημα δεν περιοριζόταν στις ατομικές επιχειρήσεις, αλλά κάλυπτε και τις ομόρρυθμες, τις ετερόρρυθμες και τις εταιρείες περιορισμένης ευθύνης, με εξαίρεση τις ανώνυμες εταιρείες. Το καθεστώς υπέστη σειρά τροποποιήσεων και τελικά καταργήθηκε το 2000, με το σκεπτικό ότι οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις θα πρέπει να φορολογούνται με βάση τα πραγματικά τους εισοδήματα και τα τηρούμενα βιβλία τους.
Το 2023 η τεκμαρτή φορολόγηση επανήλθε, αυτή τη φορά όμως με εφαρμογή αποκλειστικά στις ατομικές επιχειρήσεις. Το γεγονός αυτό αποτελεί, σύμφωνα με το άρθρο, μία από τις βασικές αιτίες των σημερινών αντιδράσεων.
Οι σχεδιαζόμενες διορθώσεις
Η κυβέρνηση αφήνει ανοικτό το ενδεχόμενο παρεμβάσεων και στοχευμένων ελαφρύνσεων στο σύστημα, ενόψει και των εξαγγελιών στη ΔΕΘ. Ωστόσο, η κεντρική θέση του δημοσιεύματος είναι ότι επιμέρους διορθώσεις δεν αντιμετωπίζουν τη βασική στρέβλωση του μηχανισμού: τη φορολόγηση ενός επαγγελματία για εισόδημα που υπολογίζεται τεκμαρτά και όχι κατ’ ανάγκη για αυτό που πραγματικά απέκτησε.
Όπως χαρακτηριστικά υπογραμμίζεται, «κάθε διόρθωση σε ένα στρεβλό σύστημα απλώς ανακατανέμει την αδικία, δεν την εξαλείφει». Η βασική διεκδίκηση των ελεύθερων επαγγελματιών, σύμφωνα με το κείμενο, δεν είναι η θέσπιση επιμέρους εξαιρέσεων, αλλά η φορολόγηση με βάση το πραγματικό εισόδημα.
Συμπερασματικά, το άρθρο παρουσιάζει την τεκμαρτή φορολόγηση όχι απλώς ως ένα μέτρο κατά της φοροδιαφυγής, αλλά ως έναν μόνιμο φοροεισπρακτικό μηχανισμό που εξασφαλίζει έσοδα στον προϋπολογισμό, μεταφέροντας όμως το βάρος κυρίως στους αυτοαπασχολούμενους και στις ατομικές επιχειρήσεις. Το βασικό ερώτημα που θέτει είναι κατά πόσο δικαιολογείται η συνέχιση ενός τέτοιου συστήματος σε μια εποχή όπου η φορολογική διοίκηση διαθέτει πλέον εκτεταμένα ψηφιακά εργαλεία για τον εντοπισμό της πραγματικής φοροδιαφυγής.
| Η έμπειρη ομάδα της ΒΟΧmind είναι δίπλα σας σε κάθε θέμα φοροτεχνικής καθοδήγησης και λογιστικής σας υποστήριξης. |





