Τα SOS στον φορολογικό έλεγχο των ελεύθερων επαγγελματιών και των επιχειρήσεων

Τα κριτήρια υπαγωγής των «μικρών» στον εξωδικαστικό μηχανισμό
27 Οκτωβρίου, 2017
Η μεταφορά της καταστατικής έδρας μιας εταιρίας χωρίς μετακίνηση της πραγματικής έδρας της εμπίπτει στην ελευθερία εγκαταστάσεως η οποία προστατεύεται από το δίκαιο της Ένωσης
27 Οκτωβρίου, 2017
Δείτε τα όλα

Τα SOS στον φορολογικό έλεγχο των ελεύθερων επαγγελματιών και των επιχειρήσεων

[:el]27/10/2017

«Από τα καλά κερδεμένα παίρνει ο διάολος τα μισά – από τα κακά κερδεμένα παίρνει και το νοικοκύρη».
Νίκος Καζαντζάκης

Ελεύθεροι επαγγελματίες

Το καλοκαιρινό επιτόπιο σαφάρι για τις αποδείξεις και τα πιο… εκλεπτυσμένα «κόλπα» της Εφορίας που εφαρμόζονται σταδιακά. Σε ρόλο Μεγάλου Αδελφού οι ελεγκτές. Πώς λειτουργεί το «βαρύ πυροβολικό» των έμμεσων τεχνικών ελέγχου.

Το καλοκαίρι που πέρασε δεν ήταν λίγοι οι επιχειρηματίες, κυρίως στον χώρο της εστίασης και του τουρισμού, που έχασαν τον ύπνο τους λόγω των επιτόπιων φορολογικών ελέγχων που πραγματοποιήθηκαν σε μεγάλη κλίμακα, με σκοπό κυρίως να εντοπιστούν παραβάσεις ως προς την έκδοση φορολογικών στοιχείων και να επιβληθούν βεβαίως οι ανάλογες κυρώσεις.

Δεν ήταν σπάνιες και οι περιπτώσεις επιβολής κυρώσεων επί ανύπαρκτων παραβάσεων, καθώς οι αλλεπάλληλες αλλαγές των τελευταίων ετών έχουν καταστήσει δυσχερή τον προσδιορισμό του τι συνιστά παράβαση και τι όχι.

Έτσι σε πολλές περιπτώσεις και οι εφοριακοί υπάλληλοι υποπίπτουν σε λάθη, με αποτέλεσμα οι φορολογούμενοι να εμπλέκονται σε μία απίστευτη ταλαιπωρία να αποδείξουν το δίκιο τους, ή να επιβαρύνονται συνειδητά ή εν αγνοία τους με κυρώσεις τις οποίες θα μπορούσαν να έχουν αποφύγει.

Ωστόσο ο επιτόπιος έλεγχος δεν αποτελεί πλέον τη μόνη ή την κύρια μέθοδο για τον εντοπισμό φορολογικών παραβάσεων και φοροδιαφυγής. Όλο και περισσότερο το τελευταίο διάστημα έρχονται στο φως υποθέσεις μεγάλης κατά κανόνα φοροδιαφυγής, μέσω του ελέγχου των τραπεζικών συναλλαγών των φορολογουμένων, που αφορά βεβαίως και προηγούμενα έτη.

Οι έλεγχοι αυτοί αποτελούν την εφαρμογή στην πράξη, με δυσκολίες ακόμα, αδυναμίες ή παραλείψεις των έμμεσων τεχνικών ελέγχου. Οι έμμεσες τεχνικές ελέγχου είναι γενικά το νέο βαρύ πυροβολικό που εφαρμόζει ήδη δειλά δειλά το ελληνικό δημόσιο στον πόλεμο κατά της φοροδιαφυγής.

Οι έμμεσες τεχνικές προφανώς δεν αποτελούν κάποια ελληνική πατέντα, αλλά έχουν σχεδιαστεί στη βάση των συμβουλών και της τεχνογνωσίας που παρείχαν στις ελληνικές αρχές σύμβουλοι του εξωτερικού και κυρίως βέβαια το περιβόητο IRS (Internal Revenue Service), η φορολογική αρχή δηλαδή των ΗΠΑ.

Η λογική των έμμεσων τεχνικών έγκειται στο γεγονός ότι είναι δύσκολο έως αδύνατον να συλλάβεις τη φοροδιαφυγή κατά τη στιγμή της γέννησής της ή το «μαύρο» χρήμα στο αρχικό στάδιο της διακίνησής του, αλλά δεδομένου ότι και στη μια και στην άλλη περίπτωση τα χρήματα αυτά θα εισέλθουν στη νόμιμη αγορά, μπορείς να την ανακαλύψεις ελέγχοντας τις διακινήσεις του χρήματος σε αυτή τη νόμιμη αγορά.

Για παράδειγμα είναι ίσως σχεδόν αδύνατον να ανακαλύψεις έναν επαγγελματία που εισπράττει μία αμοιβή, έστω 1.000 €, χωρίς έκδοση φορολογικού στοιχείου. Δεδομένου όμως ότι αυτός ο επαγγελματίας θα χρησιμοποιήσει αυτά τα 1.000 € είτε για την εξόφληση υποχρεώσεων σε διάφορους οργανισμούς (τράπεζες, εταιρείες ηλεκτρισμού, τηλεφωνίας, ύδρευσης, εκπαιδευτήρια των παιδιών του, θεραπευτήρια κ.λπ.), είτε για την αγορά αγαθών ή υπηρεσιών, είτε για αποταμίευση, μπορείς να τα ανακαλύψεις ελέγχοντας τη ροή του χρήματος.

Είναι προφανές ότι για να μπορέσει να λειτουργήσει το σύστημα αυτό απαιτείται παρακολούθηση των συναλλαγών, μία τεράστια ροή πληροφοριών προς τις αρχές και μία επίσης τεράστια βάση δεδομένων για την αποθήκευση και επεξεργασία των πληροφοριών που εισέρχονται στο σύστημα. Σε τελική ανάλυση, οδηγούν στην οργάνωση όλης της οικονομίας και της κοινωνίας πάνω σε μία λογική παρακολούθησης των πάντων από το κράτος.

Αυτό ακριβώς είναι που κάνει πολλούς να παραλληλίζουν αυτό τον τρόπο οργάνωσης της κοινωνίας με εκείνον που περιέγραφε ο Όργουελ στο μυθιστόρημα «1984», με τον γνωστό «μεγάλο αδερφό». Παρά τους ενδοιασμούς ωστόσο και τις συζητήσεις που εγείρει η ηθική πλευρά του ζητήματος, είναι γεγονός ότι μπορεί να συμβάλει στη μείωση της παραοικονομίας και της φοροδιαφυγής.

Η δυνατότητα της φορολογικής διοίκησης να προχωρά στον καταλογισμό φόρων με τη διενέργεια ελέγχων με έμμεσες μεθόδους παρέχεται πλέον από το άρθρο 27 του κώδικα φορολογικής διαδικασίας. Σύμφωνα με αυτό, η φορολογική διοίκηση δύναται να προβαίνει σε εκτιμώμενο, διορθωτικό ή προληπτικό προσδιορισμό της φορολογητέας ύλης και με την εφαρμογή μιας ή περισσοτέρων από τις κατωτέρω τεχνικές ελέγχου:

– Της ανάλυσης ρευστότητας του φορολογούμενου.

– Της καθαρής θέσης του φορολογούμενου.

– Του ύψους των τραπεζικών καταθέσεων και των δαπανών σε μετρητά.

– Της σχέσης της τιμής πώλησης προς το συνολικό όγκο κύκλου εργασιών.

– Της αρχής των αναλογιών.

Μέχρι στιγμής, στο στάδιο της εφαρμογής έχουν περάσει οι τρεις πρώτες, για τις οποίες έχουν εκδοθεί οι σχετικές αποφάσεις και οι οποίες αφορούν τον έλεγχο φυσικών προσώπων. Για τις εταιρείες ακολουθούνται ακόμα πιο παραδοσιακές τεχνικές, στις οποίες θα αναφερθούμε σε κάποιο επόμενο σημείωμα.

Χωρίς να υπεισέλθουμε σε τεχνικές λεπτομέρειες που ίσως είναι κουραστικές, να μείνουμε στο γεγονός ότι η φιλοσοφία των έμμεσων τεχνικών έγκειται στον προσδιορισμό του εισοδήματος πάνω στη βάση της προσαύξησης της περιουσίας του φορολογουμένου.

Εάν η προσαύξηση περιουσίας που θα εντοπιστεί με τις έμμεσες τεχνικές δεν βρίσκεται σε αντιστοιχία με τα δηλούμενα εισοδήματα, θεωρείται αδικαιολόγητη και φορολογείται με συντελεστή 33%.

Αυτό που αξίζει να επισημάνουμε κλείνοντας είναι το γεγονός πως στην περίπτωση που εντοπιστεί αδικαιολόγητη προσαύξηση περιουσίας, ο φορολογούμενος έχει τη δυνατότητα της ανταπόδειξης. Δηλαδή μπορεί να αποδείξει πως η προσαύξηση περιουσίας είναι δικαιολογημένη.

Δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις κατά τις οποίες είτε με την απόδειξη χρήσης κεφαλαίων προηγούμενων ετών, είτε με ενδελεχή έλεγχο της μείωσης απαιτήσεων ή αύξησης υποχρεώσεων και άλλους τρόπους να καλυφθεί η αδικαιολόγητη εκ πρώτης όψεως διαφορά και να αποφευχθούν φαινόμενα άδικης φορολόγησης.

Επιχειρήσεις

Πώς μπορεί να αποφευχθεί η «στοχοποίηση» μιας επιχείρησης από τις φορολογικές αρχές. Οι υποθέσεις με προτεραιότητα, ποιες «ανωμαλίες» οδηγούν τους ελεγκτές στην… πόρτα μας.

Στα νομικά πρόσωπα και γενικότερα στις εταιρείες κάθε μορφής, δεν έχουμε την εφαρμογή έμμεσων τεχνικών ακόμα. Έτσι η προσέγγιση είναι κάπως πιο παραδοσιακή. Ωστόσο και σε αυτή την περίπτωση έχουμε μία μετατόπιση του ενδιαφέροντος του φορολογικού ελέγχου σε ζητήματα ουσίας και όχι μόνο σε τυπικές παραβάσεις, ενώ ταυτόχρονα όλο και περισσότερο αξιοποιούνται οι διάφορες μορφές ανταλλαγής πληροφοριών με αλλοδαπές φορολογικές αρχές από τις οποίες αντλούνται χρήσιμες πληροφορίες για ελληνικές επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται εκτός των συνόρων.

Ποια είναι τα σημαντικότερα ζητήματα λοιπόν που πρέπει να έχει στο επίκεντρο του ενδιαφέροντός της μία επιχείρηση, στον βαθμό που θέλει να αποφύγει την εμπλοκή της σε «περιπέτειες» με τις φορολογικές αρχές;

  1. Κατά πρώτο λόγο, μετά την κατάργηση της υποχρεωτικότητας του φορολογικού ελέγχου, αυτό που πρέπει να μας ενδιαφέρει είναι ασφαλώς η αποφυγή του. Η επιλογή των επιχειρήσεων που θα ελεγχθούν βασίζεται κατά κανόνα στην επεξεργασία στοιχείων που συλλέγονται από τις ίδιες τις δηλώσεις των επιχειρήσεων, αλλά και από εξωτερικές πηγές (καταγγελίες, τραπεζικοί λογαριασμοί, προσωρινοί έλεγχοι από Σ.Δ.Ο.Ε. και πορίσματα κ.ο.κ.). Η αξιολόγηση των στοιχείων που υπάρχουν οδηγούν στον χαρακτηρισμό της επιχείρησης ως υψηλού κινδύνου ή όχι, για διάπραξη φοροδιαφυγής.

Σύμφωνα με τον κώδικα φορολογικής διαδικασίας, «οι υποθέσεις που ελέγχονται κατά προτεραιότητα επιλέγονται με απόφαση του Διοικητή της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων, με βάση κριτήρια ανάλυσης κινδύνου, στοιχεία από εσωτερικές και εξωτερικές πηγές πληροφόρησης ή, εξαιρετικά, με βάση άλλα κριτήρια, τα οποία καθορίζονται από τον Διοικητή της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων και δεν δημοσιοποιούνται».

Έτσι διαφόρων ειδών «ανωμαλίες» όπως ενδεικτικά:

-Μη απόδοση κατά τρόπο συστηματικό ή κυρίως η μη υποβολή δηλώσεων παρακρατούμενων κυρίως φόρων.

– Η ύπαρξη καταγγελιών για μη έκδοση αποδείξεων ή άλλων φορολογικών παραβάσεων.

– Ο εντοπισμός διαφορών στους ανακεφαλαιωτικούς πίνακες ενδοκοινοτικών συναλλαγών (VIES) ή σημαντικών διαφορών στις καταστάσεις φορολογικών στοιχείων πελατών και προμηθευτών (ΜΥΦ).

– Η καταγραφή παραβάσεων από το ΣΔΟΕ ή άλλες αρχές.

– Η ύπαρξη δυσανάλογων μεγεθών στις οικονομικές καταστάσεις. Για παράδειγμα η ύπαρξη υψηλού ταμείου σε σχέση με τον ετήσιο τζίρο ή η ύπαρξη υψηλών αποθεμάτων σε σχέση με τις αγορές και τις πωλήσεις και γενικότερα η ύπαρξη μίας εικόνας των οικονομικών καταστάσεων και των αριθμοδεικτών τέτοια, που δεν συμβαδίζει με τον μέσο όρο ομοειδών επιχειρήσεων που δραστηριοποιούνται στον ίδιο κλάδο.

– Το φορολογικό πιστοποιητικό του ελεγκτή της επιχείρησης, εφόσον υπάρχει.

Τα παραπάνω αλλά και άλλα, μικρότερης ίσως σημασίας κριτήρια, είναι προφανές παρά το γεγονός ότι δεν δημοσιοποιούνται, ότι αποτελούν στοιχεία που «μοριοδοτούν» την επιχείρηση και αυξάνουν την πιθανότητα να δεχθεί φορολογικό έλεγχο. Ωστόσο και οι επιχειρήσεις που δεν έχουν τέτοιου είδους προβλήματα, δεν είναι σε καμία περίπτωση δεδομένο ότι θα αποφύγουν τον έλεγχο, αφού μπορεί να επιλεγούν ως τυχαίο δείγμα.

  1. Στην περίπτωση που μία επιχείρηση ελεγχθεί, θα πρέπει εκτός των παραπάνω και εκτός των κλασικών επαληθεύσεων (ταμείου, αποθεμάτων, απόδοσης φόρων, δικαιώματος έκπτωσης επιχειρηματικών δαπανών κ.λπ.) να είναι σε θέση να ανταποκριθεί και σε πιο σύνθετους ελέγχους, που αφορούν κατά κανόνα μεγάλου μεγέθους επιχειρήσεις. Ενδεικτικά πάλι, μπορούμε να αναφέρουμε:

– Την τεκμηρίωση των τιμών των ενδοομιλικών συναλλαγών. Πέραν της υποχρέωσης κατάρτισης επαρκούς φακέλου τεκμηρίωσηςν όταν οι συναλλαγές υπερβαίνουν το όριο που θέτει ο νόμος, θα πρέπει σε κάθε περίπτωση σε ενδοομιλικές συναλλαγές να τηρείται η αρχή των ίσων αποστάσεων

– Σε περιπτώσεις σύνθετων εταιρικών σχημάτων, θα πρέπει η επιχείρηση να είναι σε θέση να αποδείξει ότι η εταιρική δομή που έχει υιοθετηθεί εξυπηρετεί εμπορικούς ή άλλους σκοπούς και δεν αποτελεί τεχνητή διευθέτηση που αποσκοπεί στην απόκτηση φορολογικού πλεονεκτήματος. Σε μία τέτοια περίπτωση, μπορεί η επιχείρηση να θεωρηθεί υπεύθυνη διάπραξης φοροαποφυγής και να επωμιστεί υψηλές φορολογικές επιβαρύνσεις.

– Τέλος, ιδιαίτερη προσοχή πρέπει να δοθεί στην περίπτωση που υπάρχουν αγορές αγαθών ή υπηρεσιών από χώρες μη συνεργάσιμες ή με προνομιακό φορολογικό καθεστώς καθώς κατ’ αρχάς τέτοιου είδους δαπάνες είναι φορολογικά μη εκπιπτόμενες και θα πρέπει η επιχείρηση να είναι σε θέση να αποδείξει την πραγματοποίηση της συναλλαγής και το εύλογο του τιμήματος.

  1. Ιδιαίτερα σημαντική, τέλος, είναι και η πολιτική που θα ακολουθήσει μία επιχείρηση μετά τον έλεγχο. Η δυνατότητα που έχει είναι κατ’ αρχάς η ενδικοφανής προσφυγή, η οποία μπορεί να ασκηθεί εντός διαστήματος 30 ημερών από την κοινοποίηση των πράξεων διορθωτικού προσδιορισμού του φόρου.

Θα πρέπει εντός αυτού του διαστήματος να συγκεντρωθούν όλα εκείνα τα στοιχεία που θα στηρίξουν μία τέτοια προσφυγή και να μελετηθεί και στη συνέχεια ελεγχθεί προσεκτικά η έκθεση ελέγχου. Εκεί θα πρέπει να εξεταστούν εκτός από τα ουσιαστικά στοιχεία και διαδικαστικά ζητήματα, όπως π.χ. πιθανότητα παραγραφής, τυπικές ελλείψεις στην έκθεση ελέγχου ή της πράξης προσδιορισμού του φόρου κ.λπ.

Αυτό που καθίσταται προφανές από τα παραπάνω είναι ότι το βασικότερο στοιχείο για την προστασία της επιχείρησης είναι η σωστή προετοιμασία. Πολλές φορές κάποια σημεία ή διαδικασίες ή πολιτικές της επιχείρησης εγκυμονούν κινδύνους, οι οποίοι μπορεί να μην είναι καν αντιληπτοί. Για αυτό τον λόγο, καλό θα είναι περιοδικά οι επιχειρήσεις να εξετάζουν π.χ. μέσω προσομοιώσεων φορολογικών ελέγχων ή άλλων διαδικασιών, τους πιθανούς κινδύνους και να λαμβάνουν εγκαίρως μέτρα προστασίας τους.

Πηγή: Euro2day.gr[:]