ΕΣΠΑ – Δημοσίευση πρόσκλησης “Επιχειρώ Πράσινα στην Κρήτη”
3 Φεβρουαρίου, 2026Νομοσχέδιο για κλαδικές συμβάσεις & επιδόματα
3 Φεβρουαρίου, 202603/02/2026
Απόφαση του ΣτΕ μεταφέρει στον φορολογούμενο το βάρος τεκμηρίωσης της προέλευσης και της διαδρομής καταθέσεων, με κίνδυνο φόρου 33% και προστίμων, μεταφέροντας στον ελεγχόμενο την υποχρέωση απόδειξης της προέλευσης του υπολοίπου ή των κινήσεων των τραπεζικών του λογαριασμών.
Αν δεν αποδείξει το «πόθεν έσχες» των εν λόγω ποσών αντιμετωπίζονται ως «προσαύξηση περιουσίας» και φορολογούνται με 33% συν πρόστιμο 50% επί του φόρου. Με βάση τη νομοθεσία, η ΑΑΔΕ έχει την ευθύνη της απόδειξης των παραβάσεων του φορολογούμενου, αλλά, αν δεν μπορεί να τις αποδείξει άμεσα, μπορεί να το πράξει με έμμεσες τεχνικές, οι οποίες έχουν γίνει δεκτές από τα δικαστήρια. Παράλληλα, οι ελεγχόμενοι από την εφορία υποχρεούνται να αποδεικνύουν την προέλευση και τη διαδρομή των χρηματικών ποσών, που βρίσκονται στους λογαριασμούς τους, αλλά δεν αρκεί, απλώς τα ποσά να προκύπτουν από τα δηλωθέντα εισοδήματά τους.
Πλέον, όταν ο φορολογούμενος επικαλείται στους ελεγκτές την ύπαρξη ταμειακών διαθεσίμων, ως πηγή προέλευσης των καταθέσεων, παρότι αυτά αποδεικνύονται, δεν μπορούν να γίνουν δεκτά από τον φορολογικό έλεγχο, εάν δεν αποδεικνύεται η πλήρης διαδρομή των ποσών. Για παράδειγμα, όταν φορολογούμενος επικαλεστεί εισοδήματα παλαιότερων ετών για να δικαιολογήσει ποσά καταθέσεων, θα κληθεί να υποδείξει και τη διαδρομή των ποσών.
Το Συμβούλιο της Επικρατείας, στην απόφασή του επισημαίνει κατ΄ αρχήν, ότι στα μέσα έμμεσης απόδειξης της ύπαρξης μη δηλωθέντος φορολογητέου εισοδήματος περιλαμβάνονται και στοιχεία κινήσεων τραπεζικών λογαριασμών του φορολογουμένου, από τα οποία προκύπτουν καταθέσεις του και αντίστοιχα εμβάσματα, τα οποία επιτρεπτώς λογίζονται και φορολογούνται ως εισόδημα από ελευθέριο επάγγελμα, εφόσον «δεν καλύπτονται από τα δηλωθέντα εισοδήματά του ή από άλλη συγκεκριμένη και επαρκώς τεκμηριωμένη πηγή ή αιτία, την οποία ο ελεγχόμενος επικαλείται». Υπογραμμίζεται επίσης ότι στην περίπτωση απόκρυψης φορολογητέου εισοδήματος το βάρος απόδειξης φέρει κατ’ αρχήν η φορολογική αρχή και μπορεί να προκύπτει, όχι μόνον βάσει άμεσων αποδείξεων, αλλά και από έμμεσες αποδείξεις, δηλαδή από αντικειμενικές και συγκλίνουσες ενδείξεις.
Ο φορολογούμενος έχει, εξάλλου, τη δυνατότητα κατά τη διαδικασία του φορολογικού ελέγχου, να επικαλεσθεί στοιχεία που, κατ’ αυτόν, ανατρέπουν την πραγματική βάση της εκτίμησης της διοίκησης για τα εντοπισθέντα στους τραπεζικούς του λογαριασμούς χρηματικά ποσά και να αποδείξει ότι είναι νόμιμα.
Στο πλαίσιο αυτό, συνεχίζει η απόφαση του ΣτΕ, «δεν αρκεί, ωστόσο, ο ελεγχόμενος φορολογούμενος να αποδεικνύει μόνο την ύπαρξη χρηματικών διαθεσίμων που καλύπτουν τις άγνωστης προέλευσης τραπεζικές του καταθέσεις, αλλά πρέπει, επιπλέον, να προκύπτει, κατ’ εκτίμηση του συνόλου των στοιχείων και συνθηκών της συγκεκριμένης υπόθεσης, ότι τα ανευρεθέντα στους τραπεζικούς του λογαριασμούς κεφάλαια προέρχονται πράγματι από τα εν λόγω χρηματικά διαθέσιμα».
Ειδικότερα η υπ. αρ. 1499/2025 απόφαση του ΣΤΕ τονίζει τα ακόλουθα:
– Δεν αρκεί μόνη η απόδειξη, από τον ελεγχόμενο φορολογούμενο, της ύπαρξης χρηματικών διαθεσίμων που καλύπτουν τις άγνωστης προέλευσης τραπεζικές του καταθέσεις, αλλά, επιπλέον, η προέλευση των ανευρεθέντων στους τραπεζικούς του λογαριασμούς, κεφαλαίων από τα εν λόγω χρηματικά διαθέσιμα, για την επαρκή τεκμηρίωση ισχυρισμού του φορολογουμένου έναντι της φορολογικής διοίκησης και, περαιτέρω, ενώπιον του διοικητικού δικαστηρίου, ότι το επίμαχο ποσό τραπεζικών λογαριασμών προέρχεται εν όλω ή εν μέρει από συγκεκριμένη πηγή ή αιτία του, δεν αρκεί η απόδειξη εισαγωγής του προερχόμενου από την εν λόγω πηγή ή αιτία ποσού στον ίδιο ή σε άλλο τραπεζικό λογαριασμό του σε ορισμένο χρονικό σημείο στο παρελθόν.
– Πρέπει, επιπλέον, να προκύπτει, κατ’ εκτίμηση του συνόλου των στοιχείων και των συνθηκών της υπόθεσης (ιδίως με βάση έγγραφα στοιχεία από τα εμπλεκόμενα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα), ότι το επίμαχο ποσό προέρχεται πράγματι από την εν λόγω πηγή ή αιτία ότι π.χ. το ποσό έχει αναλωθεί ή έχει ακολουθήσει, μέσω των κινήσεων των τραπεζικών λογαριασμών του φορολογουμένου τέτοια διαδρομή, ώστε να τεκμηριώνεται επαρκώς η πηγή ή αιτία του επίμαχου ποσού.
– Εφόσον κατ’ εκτίμηση του συνόλου των στοιχείων και των συνθηκών της υπόθεσης, δεν προκύψει ότι το επίμαχο ποσό προέρχεται πράγματι από την πηγή ή αιτία που υποδεικνύει ο φορολογούμενος, ο φορολογικός έλεγχος δεν το αποδέχεται.
Η ομάδα της BOXmind




