Εξωδικαστικός Συμβιβασμός – Μια μεγάλη ευκαιρία ή «σε δουλειά να βρισκόμαστε»;

20/10/2017

Τα λεγόμενα «κόκκινα δάνεια» αποτελούν ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα της ελληνικής οικονομίας. Μια «βόμβα» στα θεμέλιά της και σημαντική τροχοπέδη στην όποια προσπάθεια ανάκαμψης και εξόδου από την Κρίση. Σύμφωνα με κάποιους αναλυτές, τα μη-εξυπηρετούμενα δάνεια είναι το πιο σοβαρό θέμα που θα έχει να αντιμετωπίσει η χώρα το επόμενο διάστημα, κρισιμότερο ακόμα και από το Χρέος ή την ανεργία.

Στο πλαίσιο αυτό, ξεκίνησε πρόσφατα μία ακόμα προσπάθεια να ρυθμιστεί ένα μεγάλο μέρος των δανείων αυτών, όσων τουλάχιστον αφορούν εν λειτουργία επιχειρήσεις με προοπτικές βιωσιμότητας. Η προσπάθεια αυτή πήρε τη μορφή του λεγόμενου «Εξωδικαστικού Συμβιβασμού», του Ν.4469/2017. Ο Νόμος, ουσιαστικά, προβλέπει μία αυστηρά καθορισμένη διαδικασία ρύθμισης του συνόλου των οφειλών (τράπεζες, Δημόσιο, προμηθευτές κ.α.) μίας επιχείρησης ή εταιρίας.

Θα μπορούσε, όμως, κάποιος να πει ότι ο Νομοθέτης δεν τόλμησε να προχωρήσει σε ουσιαστικές τομές, σε ριζοσπαστικές λύσεις που θα στόχευαν στην ρεαλιστική αντιμετώπιση του καυτού αυτού θέματος, δίνοντας ένα τέλος στον φαύλο κύκλο της μηδενικής ρευστότητας. Προσπαθώντας να διατηρήσει τις ισορροπίες και ακροβατώντας ανάμεσα στις «μνημονιακές» υποχρεώσεις και τις πραγματικές ανάγκες της Αγοράς, επέβαλε τελικά τόσες πολλές προϋποθέσεις και περιορισμούς, που ο Νόμος κινδυνεύει να μείνει κενό γράμμα και η προσπάθεια να ναυαγήσει.

Οι επιχειρήσεις που μπορούν να ενταχθούν πρέπει να παρουσιάζουν τουλάχιστον μία κερδοφόρα χρήση από τις 3 τελευταίες, κάτι εξ’ αρχής δύσκολο την περίοδο της Κρίσης, αλλά και μία συνθήκη ούτε ικανή, ούτε και αναγκαία για την μελλοντική βιωσιμότητά τους. Επίσης, η δυνατότητα του 41% των πιστωτών να τερματίσουν τη διαδικασία (και του 51% να μην επιτρέψουν να ξεκινήσει καν), σημαίνει ότι σε πολλές περιπτώσεις, αυτό που ουσιαστικά μπορεί να πετύχει μία επιχείρηση, είναι το ίδιο με ό,τι θα πετύχαινε μέσω απλής διαπραγμάτευσης με τις τράπεζες, επαφιόμενη στην καλή τους προαίρεση και στην, αμφισβητούμενη, δυνατότητά τους να θέσουν ως προτεραιότητα την αναπτυξιακή πορεία της χώρας έναντι των Ισολογισμών τους.

Ταυτόχρονα, η μεγάλη πολυπλοκότητα της διαδικασίας αυξάνει το κόστος, κυρίως για τους οφειλέτες, αλλά και για τις τράπεζες που πρέπει να διαχειριστούν τα αιτήματα, τους φορείς του Δημοσίου, τους προμηθευτές και κάθε εμπλεκόμενο. Προσπαθώντας, δε, να καλύψει τα όποια κενά και να αποτρέψει τους λεγόμενους «στρατηγικούς κακοπληρωτές» από το να εκμεταλλευτούν τον Νόμο, ο Νομοθέτης εμπλέκει, σχεδόν υποχρεωτικά, τους εγγυητές και τους συνοφειλέτες και επιβάλλει τη γνωστοποίηση πλήθους επιπλέον πληροφοριών (για μεταβιβάσεις ακινήτων, συνδεδεμένες επιχειρήσεις και πρόσωπα κ.τ.λ.), με ό,τι αυτά συνεπάγονται για τις πιθανότητες επιτυχίας της διαδικασίας, την πολυπλοκότητα και το κόστος της.

Επίσης, ο Νόμος δεν περιέχει καμία, ουσιαστικά, πρόβλεψη για την ταμειακή τόνωση των υπό ένταξη επιχειρήσεων, παρά μόνο «επιτρέποντας» η όποια συμφωνία να περιλαμβάνει και νέα χρηματοδότηση. Κάτι τέτοιο, ωστόσο, είναι φανερό ότι πρακτικά δεν πρόκειται να συμβεί για την συντριπτική πλειονότητα των οφειλετών, με δεδομένη την έλλειψη κινήτρων προς τις τράπεζες. Τέλος, ο όρος που απαγορεύει την επανέναρξη της διαδικασίας σε περίπτωση αποτυχίας, μειώνει περαιτέρω τις πιθανότητες μιας επιχείρησης να ενταχθεί, αλλά και να εντείνει τις προσπάθειες βελτίωσης των οικονομικών της, ελπίζοντας στη δυνατότητα επανάληψης με μία καλύτερη πρόταση προς τους πιστωτές.

Αυτά και άλλα προβλήματα του Νόμου, ήδη αφήνουν να διαφανεί μία επαπειλούμενη αποτυχία της διαδικασίας, κυρίως λόγω της άρνησης των τραπεζών να εξετάσουν πραγματικά και σε βάθος τις πιθανότητες βιωσιμότητας μίας επιχείρησης που, «εξ’ ορισμού», βρίσκεται σε δυσχερή θέση. Αλλά και να προχωρήσουν ένα βήμα παραπέρα, τονώνοντας τη ρευστότητα των βιώσιμων επιχειρήσεων, άμεσα και ουσιαστικά.

Βεβαίως, ο νέος Νόμος δεν έχει μόνο αρνητικά. Για παράδειγμα, η δυνατότητα διαγραφής του μεγαλύτερου μέρους των προστίμων και προσαυξήσεων (85%-95%) των χρεών προς το Δημόσιο, αποτελεί ένα σημαντικότατα κίνητρο, για κάποιες επιχειρήσεις. Επίσης, η δυνατότητα επικύρωσης της συμφωνίας από το Δικαστήριο, προσδίδει κύρος στη διαδικασία και εξασφαλίζει τους, λίγους έστω, που θα καταφέρουν να ενταχθούν. Ομοίως, όπως και σε προηγούμενους Νόμους («άρθρο 99» κ.α.), η συναίνεση του 60% των πιστωτών είναι ικανή να «συμπαρασύρει», υπό αυστηρούς όρους, και τους υπόλοιπους, πιθανόν μη-συναινούντες. Τέλος, η ένταξη στη διαδικασία, ασχέτως αποτελέσματος, αναστέλλει αυτομάτως όλες τις διαδικασίες αναγκαστικής είσπραξης (και τις ποινικές διώξεις, για το Δημόσιο) και δίνει μία «ανάσα» στους οφειλέτες, καθώς και χρόνο για να σχεδιάσουν τις επόμενες κινήσεις τους. Ακόμα, πάντως, και στο θέμα αυτό, η πρόβλεψη είναι άτολμη, καθώς εάν κάποιος πιστωτής μπορεί να αποδείξει ότι θα υποστεί «ανεπανόρθωτη βλάβη», η αναστολή παύει πρόωρα, ενώ το ίδιο γίνεται και σε περίπτωση που το ζητήσει το 51% των πιστωτών.

Σε πρώτη, λοιπόν, ανάγνωση ο νέος Νόμος για την αντιμετώπιση των μη-εξυπηρετούμενων δανείων, ξεκινά από μία καλή αφετηρία, αλλά, για μία ακόμη φορά, δεν πετυχαίνει να «σπάσει το απόστημα» και να επιβάλει δραστικές και ουσιαστικές λύσεις, ανακυκλώνοντας, σε μεγάλο βαθμό, το πρόβλημα και μεταθέτοντας τη λύση σε επόμενο χρόνο.

Ωστόσο, η ένταξη στο καθεστώς του Νόμου 4469/2017, μπορεί, υπό συνθήκες, να ωφελήσει μία επιχείρηση, αρκεί αυτή να είναι ουσιαστικά και ρεαλιστικά βιώσιμη, όσον αφορά αυτή καθ’ αυτή τη δραστηριότητά της, απαλλαγμένη από εξωτερικές απειλές. Οι συνθήκες αυτές περιλαμβάνουν τον προσεκτικό σχεδιασμό, την συγκεκριμένη και πολύπλευρη στρατηγική και τις επιπλέον, παράλληλες, ενέργειες και δράσεις. Με τους όρους αυτούς, αξίζει τουλάχιστον η προσπάθεια ένταξης στο ευνοϊκό καθεστώς του Νόμου, σαν έστω μία προσωρινή λύση στα προβλήματα μιας επιχείρησης, ενώ ταυτόχρονα θα αναζητηθούν και οι χρηματοδοτικές εκείνες διέξοδοι που θα επιτρέψουν την πραγματική ανάκαμψη και ανάπτυξη.

 

Επικοινωνήστε μαζί μας, για να εξετάσουμε μαζί τον τρόπο με τον οποίο μπορεί η δική σας επιχείρηση να ωφεληθεί από τις διατάξεις του Νόμου 4469/2017, περί «εξωδικαστικής ρύθμισης οφειλών».